ΟΜΙΛΙΑ ΜΑΚΑΡΙΩΤΑΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ κ. κ. ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ Β΄ ΣΤΟ ΕΤΗΣΙΟ ΤΑΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ Κ.Ε.Δ.Ε.
Θεσσαλονίκη, 1 Δεκεμβρίου 2016
Ἀποτελεῖ ἰδιαίτερη τιμή πρός τό πρόσωπό μου καί ἐν
τῷ προσώπῳ μου πρός τήν Ἐκκλησία μας ἡ πρόσκλησή σας νά ὁμιλήσω στό Ἐτήσιο
Τακτικό Συνέδριο τῆς Κεντρικῆς Ἑνώσεως Δήμων Ἑλλάδος, καί μάλιστα σέ εἰδική
συνεδρία, προκειμένου νά ἀναπτύξω ἐν συντομίᾳ σκέψεις καί προβληματισμούς, οἱ ὁποῖοι
εὐελπιστῶ νά δώσουν τό ἔναυσμα γιά γόνιμες ἐσωτερικές ζυμώσεις.
Τό γεγονός ἄλλωστε ὅτι ἰδιαίτερα ἡ μετανεωτερική ἐποχή
μας χαρακτηρίζεται ἀπό ὑψηλότατη ταχύτητα διαχείρισης πληροφοριῶν, ἀπό τήν
βελτίωση τῆς πρόσβασης στή γνώση, ἀπό πολυφωνία καί πλουραλισμό, καθιστᾶ ἀναγκαῖο
τόν διάλογο καί τήν διαβούλευση μεταξύ προσώπων καί θεσμῶν.
Πολλῷ δέ μᾶλλον ὅταν τά προβλήματα πού ταλανίζουν
τόν σύγχρονο κόσμο χαρακτηρίζονται ἀπό ἰδιαίτερη συνθετότητα, πολυμορφία,
μεταβλητότητα καί γι’ αὐτό ἀπαιτοῦν ἀπό ὅλους τούς ὑπευθύνους δυνατότητα
προσαρμογῶν, ἀλληλοκάλυψη καί θεσμική συνεργασία.
Μέσα σ’ αὐτό τό κλῖμα καί ὑπό αὐτό τό πρῖσμα ὁ
λόγος τῆς Ἐκκλησίας, ἕνας λόγος σαρκωμένος ἀπό δισχιλιετῆ καί πλέον ἐμπειρία
μέσα στήν ἱστορία τῆς οἰκουμένης καί συνάμα ἕνας λόγος ἔμπρακτος, διαρκῶς
δηλαδή φανερούμενος μέ ἔργα ἀγάπης καί προσφορᾶς, μπορεῖ νά ἀποτελέσει μία οὐσιαστική
συμβολή στίς ἐργασίες ἑνός Συνεδρίου αἱρετῶν ἐκπροσώπων τῆς τοπικῆς αὐτοδιοίκησης.
Ὁ θεσμός τῆς τοπικῆς αὐτοδιοίκησης κατά τόν
Θεμιστοκλῆ Τσάτσο ʺεἶναι ἀσφαλῶς ἐκ τῶν θεμελιωδεστέρων τῆς Ἑλληνικῆς
Δημοκρατίας καί, ἴσως, ὁ μᾶλλον ἐξυπηρετικός τῆς δημοκρατικῆς ὑφῆς τῆς ἑλληνικῆς
πολιτείαςʺ . Ἰδιαίτερα δέ ὁ πρῶτος βαθμός τοπικῆς αὐτοδιοίκησης, τόν ὁποῖο ἐκπροσωπεῖτε,
θεσμός μέ σημαντικό ἱστορικό βάθος μέσα στόν συνταγματικό μας πολιτισμό, ἀποτελεῖ
τόν πιό ἄμεσο φορέα δημόσιας ἐξουσίας, καθώς βρίσκεται στήν πλέον ἀδιαμεσολάβητη
σχέση μέ τόν λαό μας. Κάθε πολίτης τῆς χώρας μας εἶναι συγχρόνως καί δημότης ἑνός
δήμου ἤ μιᾶς κοινότητας.
Καί εἶναι πολύ σημαντικό, κατάκτηση τοῦ δημοκρατικοῦ
πολιτεύματος, ὅτι ὁ δημότης ἔχει τή δυνατότητα νά ἐκλέγει, νά ἐπιλέγει αὐτούς
τούς ἀνθρώπους πού θά ἀναλάβουν γιά κάποιο χρονικό διάστημα νά ὑπουργήσουν, νά ὑπηρετήσουν
τίς ἀνάγκες καί τά προβλήματά του.
Αὐτή ἀκριβῶς ἡ ἔκφραση τῆς δημοκρατικῆς ἀρχῆς
διαφοροποιεῖ θεμελιωδῶς τόν θεσμό τῆς τοπικῆς αὐτοδιοίκησης ἀπό τόν θεσμό τῆς
κρατικῆς ἀποκέντρωσης.
Κατά τον Δημήτριο Τσάτσο ʺὁ θεσμός τῆς αὐτοδιοίκησης
ὑπακούει στήν ἀρχή τῆς ἐπικουρικότητας, κατά τήν ὁποία ἡ ἔννομη ὀργάνωση τῆς
κοινωνίας συντελεῖται μέ βάση τήν πρωταρχικότητα τῆς κατώτερης καί στενότερης ὀργανωμένης
κοινωνικῆς μονάδας: ἄτομο, οἰκογένεια, δῆμος, κράτος, σύνδεσμος κρατῶν.
Ἡ κάθε φορά ἑπόμενη βαθμίδα ἁρμοδιότητας προκύπτει ἀπό
τήν ἀδυναμία τῶν προηγούμενων βαθμίδων νά ἀντιμετωπίσουν μέ ἐπάρκεια τίς ἀνάγκες
τους, καθώς περιορίζονται στό δικό τους στενότερο πεδίο. Ἐκτός ὅμως ἀπό αὐτό,
τό θεσμό τῆς αὐτοδιοίκησης τόν συνοδεύει καί ἡ ἀντίληψη, ὅτι οἱ φορεῖς του κατά
τόπον ἤ καθ’ ὕλην συγκεκριμένου κοινωνικοῦ συμφέροντος εἶναι οἱ φυσικοί
διαχειριστές του. Φυσικός διαχειριστής τῆς «τοπικῆς ὑπόθεσης» εἶναι αὐτός πού ἔχει
μόνιμο δεσμό μέ τόν συγκεκριμένο χῶρο, δηλαδή ὁ κάτοικος, ὁ λεγόμενος δημότηςʺ
.
Οἱ τρεῖς πυλῶνες πάνω στούς ὁποίους στηρίζεται ἡ
τοπική αὐτοδιοίκηση περιγράφονται ρητά ἀπό τό Σύνταγμά μας, στό ἄρθρο 102, καί
εἶναι:
α) Ἡ ὀργανική αὐτοτέλεια,
β) Ἡ προσωπική αὐτοτέλεια,
καί γ) Ἡ οἰκονομική αὐτοτέλεια.
Ἐπίσης τό Σύνταγμα καθορίζει καί τό γενικό πλαίσιο
τῶν σχέσεων μεταξύ Κράτους καί τοπικῆς αὐτοδιοίκησης.
Σκοπός ὅλων αὐτῶν τῶν διατάξεων εἶναι ἡ διοίκηση τῶν
τοπικῶν ὑποθέσεων πρός ὄφελος τῶν πολιτῶν καί τῆς κοινωνίας.
Μέσα σέ αὐτό τό πλαίσιο παρέχεται καί ἡ δυνατότητα ἐξουσιαστικῆς
ἐπιβολῆς μέσα ἀπό τό νόμο καί τίς κυρώσεις πού αὐτός προβλέπει ὅταν οἱ
δημότες-πολίτες δέν συμμορφώνονται μέ τίς ἐπιταγές, πού ὁ νόμος ὁρίζει καί ἡ
διοίκηση ἐκτελεῖ.
Αὐτή ἡ θεσμική ἐξουσία, ὅπως καί κάθε ἄλλη
συνταγματικά καί δημοκρατικά ἀναγνωρισμένη καί κατοχυρωμένη ἐξουσία μέσα στό
πολιτειακό μας status, ὑπάρχει γιά νά ὑπηρετεῖ τόν ἄνθρωπο, τίς ἀνάγκες του, τά
προβλήματά του καί νά διασφαλίζει ποιότητα ζωῆς καί ὁμαλές συνθῆκες γιά τήν ἀνάπτυξη
τῆς προσωπικότητάς του καί γιά τήν ὁμαλή λειτουργία τῆς κοινωνικῆς συμβίωσης.
Κάθε ἄλλη στόχευση μιᾶς θεσμικῆς ἐξουσίας ἀποτελεῖ ἐκτροπή,
δημοκρατικό ἐκτροχιασμό, ἄκρως ἐπικίνδυνο γιά τούς πολίτες καί τήν κοινωνία.
Στόν ἄνθρωπο ὅμως ἀπευθύνεται καί ἡ Ἐκκλησία. Στόν
κάθε ἄνθρωπο ἀνεξαιρέτως. Στίς ἀνάγκες του, στίς ἀναζητήσεις του, στόν πόνο
του, στίς δυσκολίες του, στά μεγάλα ἤ μικρά ζητήματα τῆς ὕπαρξής του.