Διεθνείς Συνεργασίες ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού: Τύποι και ενέργειες υλοποίησης και έγκρισης. Η νέα εγκύκλιος του ΥΠΕΣ


Αρ. Εγκυκλίου ΥΠΕΣ 2/4166/21.1.2020

Κατόπιν της πρόσφατης ανάληψης των καθηκόντων των αιρετών εκπροσώπων των νέων δημοτικών και περιφερειακών αρχών που αναδείχθηκαν από τις αυτοδιοικητικές εκλογές της 26ης Μαΐου και της 2ας Ιουνίου 2019, αναφορικά με το θεσμικό πλαίσιο των διεθνών συνεργασιών των δήμων και των περιφερειών, σας υπενθυμίζουμε τα εξής:
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 219-220 του ν.3463/2006 και τις όμοιες των άρθρων 96, 101, 202 και 203 του ν.3852/2010, οι δήμοι και οι περιφέρειες αντιστοίχως συνεργάζονται με Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και με λοιπούς φορείς της αλλοδαπής, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, για τη συμμετοχή τους σε ευρωπαϊκά και διεθνή δίκτυα πόλεων και περιφερειών, αδελφοποιήσεις πόλεων (μόνον οι δήμοι), σε ευρωπαϊκά και διεθνή προγράμματα, πρωτοβουλίες της ΕΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης, καθώς και σε πολιτιστικές και αθλητικές εκδηλώσεις και συμφωνίες για την αντιμετώπιση θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος.
Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 108-114 του ν.4483/2017, οι ΟΤΑ της χώρας μας συμμετέχουν σε Ευρωπαϊκούς Ομίλους Εδαφικής Συνεργασίας για την προαγωγή της εδαφικής συνεργασίας και συνοχής.
Για τη συμβατότητα όλων των ανωτέρω δράσεων των δήμων και των περιφερειών με τις εθνικές πολιτικές, την εθνική και κοινοτική νομοθεσία, σε σχέση με το εύρος των αρμοδιοτήτων τους και με την επιφύλαξη των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας απαιτείται η προηγούμενη σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας διυπουργικής Επιτροπής του άρθρου 4 παρ. 2β του ν.3345/2005 (ΦΕΚ 138 Α΄), όπως κάθε φορά ισχύει που λειτουργεί στο Υπουργείο Εσωτερικών και στην οποία συμμετέχουν εκπρόσωποι του ΥΠ.ΕΣ., του Υπουργείου Εξωτερικών, του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων (μόνο στην περίπτωση συζήτησης θεμάτων των ΕΟΕΣ) και των ενώσεων των οργανισμών της τοπικής αυτοδιοίκησης (ΚΕΔΕ, ΕΝΠΕ). Τα ανωτέρω εφαρμόζονται αναλογικά και για τους Συνδέσμους των ΟΤΑ. Πιο αναλυτικά:

Δ. Παπαστεργίου: Πέντε άξονες για “πράσινες πόλεις”



Τους άξονες μπορούν να οδηγήσουν τις πόλεις να γίνουν «πράσινες πόλεις» περιέγραψε ο πρόεδρος της ΚΕΔΕ, Δημήτρης Παπαστεργίου, μιλώντας στην ημερίδα ECOFEST, την Κυριακή 19 Ιανουαρίου.

Αν κλείσω τα μάτια μου και προσπαθήσω να φανταστώ μια ελληνική «πράσινη» πόλη θα μείνω πολύ ώρα έτσι και δύσκολα θα μπορέσω να βρω μια τέτοια. Δεν έχουμε καταφέρει ακόμη να φτιάξουμε μια πόλη που θα πλησιάζει στα πρότυπα του Φράιμπουργκ της Γερμανίας – που είναι ένα πετυχημένο δείγμα «πράσινης» πόλης.
Πολίτες και αρχές έχουν πλέον ως νοοτροπία την «πράσινη» ανάπτυξη. Εκεί πρέπει να προσβλέπουμε ότι θα φτάσουμε! Πώς θα το καταφέρουμε:

Πρώτος άξονας,  η ενέργεια

Η παραγωγή ενέργειας αφορά και στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Πώς μέσα από χρηματοδοτικά εργαλεία από τις Περιφέρειες αλλά και το Υπουργείο θα μπορέσουμε να βάλουμε φωτοβολταϊκά στα σχολεία. Με σχέδιο και οργάνωση. Έτσι οι μαθητές θα μπορούν να βλέπουν, βιωματικά, σε μια οθόνη, πόση ενέργεια παράγουν, πόσες κιλοβατώρες κερδίζουν και παράλληλα πόσο διοξείδιο του άνθρακα γλυτώνουν σε σχέση με την κλασική μορφή ενέργειας.

Γιατί αυτοδιοικούνται οι Δήμοι;



Χλέπας Νικόλαος-Κομνηνος 

Όταν γνωριζόμαστε με κάποιο άλλο πρόσωπο, γρήγορα φτάνουμε στην ερώτηση «που μένεις;». Η απόσταση,  τα χαρακτηριστικά, η φήμη του τόπου κατοικίας του μας βοηθά να πλησιάσουμε, να υποθέσουμε τις συνθήκες ζωής και να καταλάβουμε τον άνθρωπο που μόλις συναντήσαμε. Κινούμαστε διαρκώς, ταξιδεύουμε πολύ, μαθαίνουμε και επικοινωνούμε μέσα από έναν παγκόσμιο ιστό, όμως η καθοριστική σημασία του τόπου κατοικίας μας και των συνθηκών του για τη ζωή μας παραμένει και ίσως αυτό να το αντιλαμβανόμαστε ακόμη περισσότερο σήμερα, όπου έχουμε τόσες δυνατότητες σύγκρισης ανάμεσα σε πολλούς και διαφορετικούς τόπους.

Σημασία και λειτουργία της τοπικής αυτοδιοίκησης
Η σημασία που έχει η ιδιαιτερότητα του κάθε τόπου δεν μπορεί να εκφραστεί ικανοποιητικά στο πλαίσιο του σύγχρονου κράτους, ακόμη κι αν αυτό είναι μια φιλελεύθερη και ευνομούμενη δημοκρατική πολιτεία. Η αρχή της πλειοψηφίας,  η ομογενοποιητική προσέγγιση της κρατικής γραφειοκρατίας, η οργάνωση των πολιτικών κομμάτων και των ισχυρότερων φορέων της κοινωνίας των πολιτών σε εθνικό επίπεδο, τείνουν να παρακάμπτουν τις τοπικές ιδιαιτερότητες. Έτσι, η ανάδειξη αιρετών αρχών στους δήμους  προσφέρει στους πολίτες τη δυνατότητα να έχουν υπόλογες στους ίδιους τοπικές ηγεσίες που διαχειρίζονται τα ιδιαίτερα προβλήματά τους και μπορούν να ανταποκρίνονται άμεσα στις ανάγκες και τα αιτήματα των τοπικών κοινωνιών, καθώς και να τις εκπροσωπούν σε άλλους φορείς και κέντρα εξουσίας.
Η τοπική αυτοδιοίκηση,  λειτουργεί επίσης ως «σχολείο δημοκρατίας» τόσο για τους πολίτες όσο και για τα πολιτικά στελέχη που εκπαιδεύονται στη διαχείριση των κοινών σε μια μικρότερη και διαυγέστερη τοπική κλίμακα. Επιπλέον, οι δήμοι αποτελούν μια πολύτιμη δεξαμενή στελεχών για τα πολιτικά κόμματα, τα οποία μπορούν να αξιοποιήσουν πολιτικούς που έχουν δοκιμαστεί στον απαιτητικό στίβο της τοπικής διακυβέρνησης.

Συνταγματική αναθεώρηση και Αυτοδιοίκηση


https://www.tanea.gr 

Του Γιώργου Πατούλη


Η συνταγματική αναθεώρηση είναι μια πολιτική διαδικασία ύψιστης σημασίας, η οποία οφείλει να ανταποκρίνεται στις διαχρονικές ανάγκες της χώρας κι όχι να υπηρετεί μικροκομματικές σκοπιμότητες, προκαλώντας άσκοπες πολιτικές αντιπαραθέσεις. Η διαδικασία για την αλλαγή του Συντάγματος, για να παράγει ωφέλιμα για τη χώρα και τους πολίτες αποτελέσματα, απαιτεί καταρχήν συναίνεση και ειλικρινή διάλογο μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων. Κι ασφαλώς δεν μπορεί ούτε να περιορίζεται σε ήσσονης σημασίας ζητήματα, αλλά ούτε και να γίνεται ερήμην της κοινωνίας.  Σε αυτήν την κρίσιμη για τη χώρα μας χρονική συγκυρία, είναι αναγκαίο να βρούμε τρόπους που θα μας επιτρέψουν να αντιμετωπίσουμε με μόνιμο τρόπο τα διαχρονικά προβλήματα που μας οδήγησαν στην κρίση. Ωστε να εξέλθουμε από αυτήν διαθέτοντας έναν σύγχρονο καταστατικό χάρτη που θα προωθεί την τοπική δημοκρατία, καθιστώντας το δημοκρατικό μας πολίτευμα ακόμη πιο δυνατό κι αντιπροσωπευτικό.
Θα προωθεί την τοπική ανάπτυξη, απελευθερώνοντας τις δημιουργικές δυνάμεις της πατρίδας μας από τον ασφυκτικό έλεγχο του γραφειοκρατικού του κεντρικού κράτους.
Θα δίνει μεγαλύτερες δυνατότητες αλλά και ευθύνες στις τοπικές κοινωνίες και στους θεσμικούς τους εκπροσώπους, να αποφασίζουν οι ίδιες για όσα τις αφορούν.
Θα ενισχύει τον έλεγχο και τη διαφάνεια στη λειτουργία του πολιτικού μας συστήματος, σε όλα τα επίπεδα διοίκησης.
Θα προωθεί την αποκέντρωση και την πολυεπίπεδη διακυβέρνηση, με βάση τις αρχές της εγγύτητας, της επικουρικότητας και της αποτελεσματικότητας.

Η δήλωση "Παρών" (άρνηση ψήφου) κατά την ψηφοφορία στα όργανα των Ο.Τ.Α.


Σχόλιο του Δημήτρη Ι. Κατσούλη

Σύμφωνα με το άρθρο 96, παρ.5 του ν. 3463/2006 «5. Αν κάποιο μέλος του συμβουλίου αρνηθεί ψήφο ή δώσει λευκή ψήφο, λογίζεται ως παρόν κατά τη συνεδρίαση και τόσο η άρνηση όσο και η λευκή ψήφος λογίζονται ως αρνητικές ψήφοι». Υπό το καθεστώς αυτό η άρνηση ψήφου, δηλαδή η δήλωση «παρών» καθώς και η λευκή ψήφος προσμετρώνται στις αρνητικές. Συνεπώς για την λήψη απόφασης έπρεπε οι θετικές ψήφοι να είναι περισσότερες του συνόλου των αρνητικών (ΟΧΙ), αρνούμενων ψήφο και των λευκών.
Σύμφωνα όμως με το ισχύον άρθρο 67 του ν. 3852/2010 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 74, παρ. 10 του ν.4555/2018 « Αν κάποιο μέλος του δημοτικού συμβουλίου αρνηθεί ψήφο ή δώσει λευκή ψήφο, λογίζεται ως παρόν κατά τη συνεδρίαση, μόνο για το σχηματισμό της απαρτίας. Τόσο η άρνηση ψήφου, όσο και η λευκή ψήφος δεν υπολογίζονται στην καταμέτρηση θετικών και αρνητικών ψήφων».  Εν συνεχεία ορίζεται ότι: «Τα μέλη του συμβουλίου που ήταν παρόντα κατά την έναρξη της συνεδρίασης και με την παρουσία τους υπήρξε απαρτία, ακόμα και αν αποχωρήσουν, λογίζονται ως παρόντα μέχρι το τέλος της συνεδρίασης, ως προς την ύπαρξη απαρτίας. Η απαρτία αυτή θεωρείται ότι συντρέχει για όλα τα θέματα που περιλαμβάνονται στην ημερήσια διάταξη της συνεδρίασης. Στην περίπτωση αυτή, για τη λήψη απόφασης για κάθε συγκεκριμένο θέμα, η απαιτούμενη πλειοψηφία δεν υπολογίζεται επί των πραγματικά παρόντων μελών κατά τη ψηφοφορία, αλλά βάσει του αριθμού των μελών που απαιτούνται για την απαρτία. Για τις συνεδριάσεις τηρούνται πρακτικά» (Ο ν.3852/2010 δεν ρύθμιζε το θέμα, άρα ίσχυε έως την ισχύ του ν.4555/2018 η αντίστοιχη αναφερόμενη ανωτέρω διάταξη του ν. 3463/2006 (ΔΚΚ)
Ως εκ τούτου η άρνηση ψήφου (παρών) δεν υπολογίζεται ούτε στις αρνητικές ούτε στις θετικές και μαζί με την λευκή ψήφο αφαιρούνται από την προσμέτρηση για την λήψη απόφασης.
Με την «απενεργοποίηση» της άρνησης ψήφου διευκολύνεται η λήψη αποφάσεων από τις παρατάξεις της σχετικής πλειοψηφίας, έτσι ώστε η άρνηση αυτή να υποκρύπτει έμμεση συμπαράσταση στην σχετική πλειοψηφία.

Η Ευρώπη επενδύει στην Αυτοδιοίκηση. Εμείς γιατί όχι;



 Γράφει ο Παύλος Γερουλάνος
Δημοσιεύεται στο Capital.gr 


Εκθέσεις επί εκθέσεων, θεωρητικές και εμπειρικές μελέτες οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και διεθνών οικονομικών οργανισμών, όπως ο ΟΟΣΑ, επαναλαμβάνουν και τεκμηριώνουν εδώ και χρόνια τα προφανή:

          Αποκέντρωση και ανάπτυξη είναι ευθέως ανάλογα μεγέθη. Η αποκέντρωση δεν είναι απλά ένα αίτημα αιρετών για εξουσία – είναι αναπτυξιακή προϋπόθεση. Χωρίς ισχυρούς δήμους ανάπτυξη δεν υπάρχει.

          Η αποκέντρωση συμβάλλει στην μεγέθυνση της οικονομίας και στην άμβλυνση των ενδοπεριφερειακών ανισοτήτων. Δείτε για παράδειγμα εδώ: Decentralisationand Economic Growth - Part 1: How Fiscal Federalism Affects Long-TermDevelopment. Χωρίς ισχυρούς δήμους η ανάπτυξη είναι για λίγους.
  Οι περιφέρειες και οι δήμοι γνωρίζουν καλύτερα τις περιφερειακές και τοπικές ιδιαιτερότητες, μπορούν να αναδείξουν αποτελεσματικότερα τα συγκριτικά πλεονεκτήματά τους και να υποστηρίξουν την εφαρμογή των αναπτυξιακών πολιτικών. Χωρίς ισχυρούς δήμους η ανάπτυξη που μπορεί να έρθει θα είναι λάθος για την περιοχή.

Παύλος Γερουλάνος: Το πραγματικό Επιτελικό Κράτος θα σχεδιάσουν όσοι πιστεύουν στην Αυτοδιοίκηση



Πρώτη Δημοσίευση στο www.aftodioikisi,gr

Στόχος κάθε διοικητικής μεταρρύθμισης, όπως αυτή που επιχειρεί η κυβέρνηση με το Επιτελικό Κράτος, είναι η καλύτερη λειτουργία του. Η λειτουργία του κράτους, όμως, κρίνεται κυρίως από τον βαθμό ικανοποίησής μας από τις υπηρεσίες που μας παρέχει, από την δυνατότητά του να ανταποκρίνεται δίκαια και αποτελεσματικά στα αιτήματά μας. Έχει αποδειχθεί, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και παγκοσμίως, ότι όσο πιο κοντά σε ένα πρόβλημά μας δίνεται η λύση, όσο πιο κοντά σε μία ανάγκη μας παρέχεται η υπηρεσία τόσο καλύτερη η λύση και τόσο μεγαλύτερος ο βαθμός ικανοποίησής μας. Διότι, μεγαλύτερη εγγύτητα της αρχής που παρέχει την υπηρεσία με μας και την καθημερινότητά μας σημαίνει καλύτερη κατανόηση του προβλήματος και της ανάγκης να επιλυθεί, μεγαλύτερη εξοικονόμηση χρόνου και αυξημένη δυνατότητα του πολίτη να ελέγχει και να κρίνει το αποτέλεσμα.

«Κυβερνησιμότητα» και Δημοκρατία



 Tου Δημήτρη Ι. Κατσούλη

Η εισαγωγή της απλής αναλογικής στην Αυτοδιοίκηση και η συνακόλουθη εκλογή Συμβουλίων στα οποία ο Δήμαρχος ή ο Περιφερειάρχης δεν διαθέτει την πλειοψηφία  έφερε στο προσκήνιο την έννοια της «κυβερνησιμότητας», δηλαδή της δυνατότητας των ΟΤΑ να κυβερνηθούν. Η κυβερνησιμότητα προβλήθηκε ως «νομιμοποιημένο» αντίβαρο απέναντι στην «απονομιμοποιημένη» απλή αναλογική. Η πρόσφατη νομοθετική παρέμβαση της νέας Κυβέρνησης υπέρ της «κυβερνησιμότητας» των ΟΤΑ πέρασε ως ρεβάνς στην απλή αναλογική, ως πολιτικό απωθημένο. Στην μάχη των «απωθημένων» εξαρχής τάχθηκε κατά της απλής αναλογικής και ευλόγως υπέρ της «κυβερνησιμότητας» η ΚΕΔΕ και η ΕΝΠΕ.
Σε αυτή την διελκυστίνδα προφανώς ο κυρίαρχος συσχετισμός των πολιτικών δυνάμεων στο κεντρικό και τοπικό κράτος ίσως δεν επέτρεπε διαφορετική προσέγγιση.
Η προηγούμενη κυβέρνηση «έκαψε» την ορθή επιλογή της για την εισαγωγή της απλής αναλογικής με την ιδεοληπτική άρνησή της στη προσαρμογή του συστήματος διακυβέρνησης στα νέα δεδομένα που αναπόφευκτα θα πρόκυπταν στην σύνθεση των Συμβουλίων και εξαιτίας της ορθής επίσης επιλογής να εκλέγονται άμεσα ο Δήμαρχος και ο Περιφερειάρχης. Δεν πρέπει όμως να παραβλέπουμε ότι οι πρόνοιες του ν.4555/2018 επέτρεπαν την πλειοψηφία του Δημάρχου ή Περιφερειάρχη στις Επιτροπές. Συνεπώς η δυσαρμονία δεν θα είχε την έκταση που υπερβάλλοντας ισχυρίζονται οι μαχητές της «κυβερνησιμότητας».
Εν τούτοις, εκτός από τις κρίσιμες αλλαγές στο σύστημα διακυβέρνησης, αλλαγές που έτσι και αλλιώς είναι αναγκαίες, ανεξαρτήτως του εκλογικού συστήματος, ο νομοθέτης του Κλεισθένη 1 όφειλε να προνοήσει για την διαμόρφωση συνθηκών ομαλής διακυβέρνησης  αφήνοντας στην άκρη τις ιδεοληψίες περί ανόθευτης και άδολης αναλογικής η οποία έτσι και αλλιώς δεν μπορεί να εφαρμόζεται σε πολιτικοδιοικητικούς θεσμούς παρά μόνο στους συλλόγους και στα σωματεία.

Κυβερνησιμότητα ή Διακυβέρνηση: Δύο όψεις του ίδιου νομίσματος;


Λαμία,6 Αυγούστου 2019

Κατερίνα Μπατζελή
Επικεφαλής της Παράταξης «πατρίδα μας η Στερεά»

Όταν γίνονται Μεταρρυθμίσεις στην Δομή του Κράτους και της Αυτοδιοίκησης  που επηρεάζουν τις οικονομικές, αναπτυξιακές και κοινωνικές πολιτικές, εθνικές και ευρωπαϊκές, είναι σκόπιμο να διασφαλίζονται οι αρχές  που πρέπει να διέπουν τους θεσμούς, ως αυτονόητες αρχές. Τέτοιες είναι, η  διαφάνεια, η αποτελεσματικότητα, η αποκέντρωση αρμοδιοτήτων, οι ενιαίες διαδικασίες, η  δημοκρατική αντιπροσώπευση, μετάβαση από την μεθοδολογία της «διοίκησης και εκτελεστικότητας» στην καινοτομική «διακυβέρνηση» της αυτοδιοίκησης βάσει των Αρχών του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας και των αντίστοιχων ευρωπαϊκών πολιτικών για ενίσχυση των Περιφερειών και των Πόλεων. 
Σε μία τέτοια περίπτωση βρισκόμαστε με την συζήτηση των Νομοσχεδίων περί «επιτελικού κράτους και τροποποίησης του Νόμου Κλεισθένη για την αυτοδιοίκηση», προτάσεις οι οποίες έχουν βελτιωθεί σημαντικά από την αρχική τους παρουσίαση.
Δύο Νομοσχέδια που καταδεικνύουν την Μεταρρύθμιση που επιθυμεί να εφαρμόσει η Κυβέρνηση στο κράτος και στην ευρύτερη δομή του.  Σε κάθε προσέγγιση μας φυσικά δεν μπορεί να μην ληφθεί υπόψη ότι οι αλλαγές γίνονται μετά τη διακυβέρνηση της χώρας από τον ΣΥΡΙΖΑ, η άποψη του οποίου για το κράτος και την αυτοδιοίκηση ήταν ιδεοληπτική, λαϊκίστικη και ενίοτε ανασταλτική σε κάθε ουσιαστική εξέλιξη  που θα ενίσχυε την ανάπτυξη και την αποδοτικότερη λειτουργία του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα,  ο Νόμος Κλεισθένη περί Αυτοδιοίκησης, όπου και οι ίδιοι δεν κατάλαβαν τι έκαναν ,τι κέρδισαν ενώ απέτρεψαν ορισμένες αλλαγές που ήταν πλέον ώριμες να γίνουν στον Νόμο Καλλικράτη για να είναι πιο λειτουργικός και αντιπροσωπευτικός στην λήψη των αποφάσεων, παρά το γεγονός ότι διασφαλιζόταν η «κυβερνησιμότητα», η οποία δοκιμάζεται με την απλή αναλογική όπως αυτή πέρασε στον Κλεισθένη.

«Σύμπραξη παρατάξεων»: Συναλλαγή και συνένωση ή προγραμματική συμφωνία και διαπαραταξιακή πλειοψηφία; Μία άλλη Πρόταση



Του Δημήτρη Ι. Κατσούλη

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ: 13/8/2019
Το άρθρο 1 του νόμου 4623/2019 για την λεγόμενη «κυβερνησιμότητα» των ΟΤΑ καταστρώνει την σύμπραξη των παρατάξεων με τελική μορφή την συγχώνευσή τους υπό την Δήμαρχο ή τον Περιφερειάρχη. Ο νομοθέτης προφανώς  αδυνατεί να προσαρμόσει την αντίληψη του για τη διακυβέρνηση των ΟΤΑ σε σχήματα και κανόνες που ξεφεύγουν από το μοντέλο που ίσχυε πριν από τον ν.4555/2018. Όταν δε βρίσκεται μπροστά στο γεγονός της μη ευρείας πλειοψηφίας του Δημάρχου ή του Περιφερειάρχη στο Συμβούλιο δεν μπορεί να σκεφθεί διαφορετικά από το να την κατασκευάσει εκ των υστέρων με αυστηρές διοικητικού τύπου διαδικασίες. Η πράξη όμως θα δείξει ότι οι επιλογές του είναι ατυχείς και απρόσφορες.
Ο νομοθέτης του ν.4623/2019 ουσιαστικά ταυτίζει την σύμπραξη, δηλαδή την κοινή δράση και συνεργασία με την συνένωση  με την ενιαία παράταξη.
Ειδικότερα, με τη διάταξη των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του ν.463/2019 αντικαθιστά αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 73, παρ.7 και 101, παρ.12 του ν.4555/2018οι οποίες τροποποίησαν τα άρθρα 66 και 168 του ν.3852/2010. Οι του ν.4555/2018 ρύθμιζαν το δικαίωμα της συνένωσης παρατάξεων. Το δικαίωμα αυτό δεν ήταν ασφαλώς συνέπεια της απλής αναλογικής αλλά είναι δικαίωμα κάθε πολιτικής ένωσης προσώπων να αποφασίζει την συνένωση ή τη διάσπασή της και θεμελιώνεται στην ελεύθερη βούληση των μελών τους. Εν προκειμένω ο νομοθέτης αντικαθιστώντας τις εν λόγω διατάξεις περιορίζει το δικαίωμα σε όσες παρατάξεις συνενώνονται με την παράταξη του Δημάρχου ή του Περιφερειάρχη. Ουσιαστικά η συνένωση αυτή η οποία αποκαλείται σύμπραξη αποτελεί ουσιαστική συνένωση και δημιουργία νέας ενιαίας παράταξης υπό τον Δήμαρχο ή Περιφερειάρχη.
Η απόφαση των παρατάξεων η οποία λαμβάνεται με έγγραφη δήλωση της πλειοψηφίας των μελών τους λαμβάνεται άπαξ και δεν ανακαλείται!!! Είναι προφανές ότι ο νομοθέτης είναι εκτός τόπου και χρόνου και δεν έχει γνώση των δεδομένων της Αυτοδιοίκησης και όχι μόνο. Κάθε δήλωση βουλήσεως μπορεί να ανακληθεί όταν μεταβληθούν τα δεδομένα που οδήγησαν σε αυτήν. Εν προκειμένω τι σημαίνει η μη ανάκληση; Ότι ο σύμβουλος που διαφωνεί με την σύμπραξη ή τον επικεφαλή της  δεν έχει δικαίωμα να αρνηθεί ψήφο στο Συμβούλιο ή στις Επιτροπές; Ότι, εάν πολλοί ή περισσότεροι διαφωνούν και καταψηφίζουν τις προτάσεις του Δημάρχου ή του Περιφερειάρχη η ψήφος τους δεν θα είναι έγκυρη; Ασφαλώς πρόκειται για νομοθετικό ατόπημα που δεν θα ισχύσει στην πράξη.
Από την άλλη πλευρά, εάν ίσως εξαιρεθούν μικρές  παρατάξεις ή μεμονωμένοι ανεξάρτητοι σύμβουλοι που θα προσχωρήσουν για να πάρουν  αξιώματα Αντιδημάρχου ή Προέδρου νομικού προσώπου, ποια συγκροτημένη και σοβαρή δημοτική ή περιφερειακή παράταξη θα αυτοκαταργηθεί για να υπαχθεί στο Δήμαρχο ή τον Περιφερειάρχη; Καμία. Συνεπώς το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων αυτών είναι εκ των προτέρων ναρκοθετημένο.

Κλεισθένης 1 και κυβερνησιμότητα: Αλήθεια και Μύθοι

Σχόλιο του Δημήτρη Ι. Κατσούλη

Όλες οι Περιφέρειες και το 87,3% των Δήμων έχουν πλειοψηφία Περιφερειάρχη ή Δημάρχου στην Οικονομική Επιτροπή σύμφωνα με τον ν. 4555/2018 (άρθρα 76 &103)

Η εφαρμογή της απλής αναλογικής του ν.4555/2018 για την εκλογή των περιφερειακών και δημοτικών συμβουλίων με άμεση εκλογή του Περιφερειάρχη και του Δημάρχου αποτελεί μία ατελή μεταρρύθμιση διότι δεν συνοδεύτηκε από συστηματική προσαρμογή του συστήματος διακυβέρνησης των Δήμων και των Περιφερειών στην πιθανή και εκτεταμένη – και πλέον μετά τις εκλογές, δεδομένη- δυσαρμονία του Συμβουλίου με τον Δήμαρχο ή τον Περιφερειάρχη.
Η προηγούμενη Κυβέρνηση αντιμετώπισε την καθιέρωση της απλής αναλογικής περισσότερο ως ιδεολογική εμμονή και αδιαφόρησε για την ενσωμάτωσή της σε ένα νέο και αποτελεσματικό σύστημα διακυβέρνησης.
Σήμερα, οι όροι έχουν αντιστραφεί. Η Κυβερνητική Αλλαγή φέρνει στο προσκήνιο την ουσιαστική έλλειψη συνολικής πρότασης για την βελτίωση του συστήματος διακυβέρνησης με όρους που και την πολιτική αυτονομία της Αυτοδιοίκησης εμπεδώνουν και κυρίως αναδιατάσσουν τη δομή του συστήματος βελτιώνοντας έτσι και την αποτελεσματικότητά του.
Κατά την περιρρέουσα και κρατούσα αντίληψη που διακατέχει κατά κανόνα τις «πλειοψηφίες» το πρόβλημα στο σύστημα διακυβέρνησης είναι η απλή αναλογική και η έλλειψη άνετης και σταθερής πλειοψηφίας στον Δήμαρχο ή τον περιφερειάρχη. Και επειδή η άμεση κατάργηση της απλής αναλογικής και η επανάληψη των Αυτοδιοικητικών Εκλογών θα αποτελούσε θεσμική εκτροπή και επικίνδυνο πολιτικό ρίσκο προτιμάται ίσως  η αλλοίωση των δημοκρατικών βάσεων του συστήματος διακυβέρνησης με την πολύπλευρη περιθωριοποίηση του Συμβουλίου.
Πρέπει να καταστεί πάντως σαφές κάτι που επίμονα αποσιωπάται: ότι ο νομοθέτης του ΚΛΕΙΣΘΕΝΗ 1 και της απλής αναλογικής περιόρισε την εφαρμογή της αποκλειστικά και μόνο στην εκλογή του Συμβουλίου. Αντιθέτως εξασφάλισε στον άμεσα εκλεγμένο Δήμαρχο ή Περιφερειάρχη την πλειοψηφία στην οικονομική επιτροπή και τις λοιπές επιτροπές για το μεγαλύτερο μέρος των ΟΤΑ. Μόνο εκεί που τα ποσοστά των Ηγετών των ΟΤΑ είναι χαμηλά η πλειοψηφία δεν επιτυγχάνεται και η συνεργασία είναι αναπόφευκτη.

Δεδομένη από τον "ΚΛΕΙΣΘΕΝΗ 1" η πλειοψηφία στην Οικονομική Επιτροπή

ΣΧΟΛΙΟ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΤΣΟΥΛΗ

Πολύς λόγος γίνεται τελευταία για την «κυβερνησιμότητα» στους Δήμους και τις Περιφέρειες. Άλλωστε η νέα κυβερνητική πλειοψηφία, άνετη, βιαστική και ενδεχομένως ισοπεδωτική σπεύδει να νομοθετήσει το «επιτελικό κράτος» και την «ενίσχυση της κυβερνησιμότητας» την οποία μάλιστα ταυτίζει με την πολυπόθητη γιαυτήν κατάργηση της απλής αναλογικής. Η επικοινωνιακή ηγεμονία ίσως της επιτρέπει να επικεντρώνεται σε συνθήματα ενίοτε και ψευδεπίγραφα όπως το «επιτελικό κράτος» ή να προετοιμάζει το έδαφος για προφανή παραβίαση της συνταγματικής αρχής της δημοκρατικής διακυβέρνησης των τοπικών υποθέσεων και ταυτόχρονα της χειραγώγησης της Αυτοδιοίκησης.
Μέσα στην πόλωση της προεκλογικής περιόδου και στην μέθη της μετεκλογικής επικράτησης τόσο η Κυβέρνηση όσο και οι αιρετοί της Αυτοδιοίκησης δεν έχουν την ψυχραιμία να αποτιμήσουν την εφαρμογή κρίσιμων πτυχών του Κλεισθένη, αντιφατικών ασφαλώς, πλην όμως τόσο χρήσιμων ώστε εν πολλοίς να περιττεύει η ανησυχία περί μη κυβερνησιμότητας.

ΟΔΗΓΟΣ ΚΑΛΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ

ΠΥΞΙΔΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΩΝ 


ΔΙΑΒΑΣΤΕ 
ΤΟΝ ΟΔΗΓΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ
ΠΑΤΩΝΤΑΣ
ΕΔΩ


Το ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ αναρτά και προβάλλει ένα κείμενο του Συνηγόρου του Πολίτη που από το 2012 έως σήμερα δεν έχει γίνει κτήμα των πολιτών αλλά δεν έχει εμπεδωθεί και στη Δημόσια Διοίκηση, ιδίως όμως στις υπηρεσίες και στους εργαζόμενους των Δήμων κατά κύριο λόγο.
 Ο ΟΔΗΓΟΣ ΚΑΛΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ  είναι μία πυξίδα που βελτιώνει τις σχέσεις των πολιτών με την Δημόσια Διοίκηση και συνεχώς πρέπει να εμβαθύνεται, να ενημερώνεται και να προσαρμόζεται στην πρόοδο των σχέσεων πολίτη και δημόσιας εξουσίας.
Ιδιαίτερα στην τοπική αυτοδιοίκηση και πρωτίστως στην πρωτοβάθμια όπου ο αυτοσχεδιασμός, η ευνοιοκρατία και η ασθενής επαγγελματική συνείδηση πολλές φορές  οδηγούν τους δημότες στην απόγνωση και εν συνεχεία στην απαξίωση του Δήμου τους, ο ΟΔΗΓΟΣ αυτός μπορεί να γίνει το σημείο εκκίνησης για την εμβάνθυση των σχέσεων και την αντίληψη ότι αιρετοί και εργαζόμενοι δεν είναι εξουσιαστές των πολιτών αλλά εντολοδόχοι και υπηρέτες τους και όταν προσδοκούν τον σεβασμό και την συνεργασία των πολιτών πρέπει αυτοί πρώτοι να τηρούν τους κανόνες δημοκρατικής, υπηρεσιακής δεοντολογίας.Αλλιώς οι πολίτες έχουν το δικαίωμα ή ακόμη και την υποχρέωση της αντίστασης και της καταγγελίας, πράξεις που μπορούν να αποβούν εντέλει παιδαγωγικές για τους έχοντες και ασκούντες αμέσως ή εμμέσως την εξουσία.

Οκτώ επίκαιρες θέσεις για δημοκρατικές τομές «κυβερνησιμότητας» στην Αυτοδιοίκηση



Του Δημήτρη Κατσούλη

Η μεταρρύθμιση του συστήματος διακυβέρνησης  των ΟΤΑ πρέπει να υπακούσει σε συγκεκριμένες αρχές και κανόνες. Υποχρεωτικά πρέπει να εδραιωθεί στην συνταγματική επιταγή της εφαρμογής της δημοκρατικής αρχής στη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων ενώ δεν μπορεί να είναι αντίθετη με το άρθρο 3 του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας (Ε.Χ.Τ.Α.)  δεδομένου μάλιστα ότι ο Ε.Χ.Τ.Α. έχει αυξημένη τυπική ισχύ έναντι του εσωτερικού δικαίου της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Τούτων λαμβανομένων υπόψη, επισημαίνουμε ότι φορείς άμεσης πολιτικής εντολής και άμεσης λαϊκής νομιμοποίησης είναι το Συμβούλιο και ο Δήμαρχος ή Περιφερειάρχης. Έμμεση δημοκρατική νομιμοποίηση έχουν τα όργανα που εκλέγονται από το Συμβούλιο (Οικονομική Επιτροπή, λοιπές αποφασιστικές Επιτροπές) και η Εκτελεστική Επιτροπή που ορίζεται από τον Δήμαρχο. Η λαϊκή νομιμοποίηση της Εκτελεστικής Επιτροπής ενδείκνυται να ενισχυθεί και διαμέσου της ανακοίνωσης και διαπίστωσης της εμπιστοσύνης της πλειοψηφίας του Συμβουλίου.

Μοντέλα και βασικές μεταβλητές της μητροπολιτικής διακυβέρνησης



Mariona Tomàs Farnés , 
το κείμενο δημοσιεύθηκε στο Barcelona Metropolis. 
Την μετάφραση επιμελήθηκε η Μαρία Βασιλάκη.
 Αναδημοσίευση από https://www.citybranding.gr/
Η διακυβέρνηση των μητροπολιτικών περιοχών αποτελεί επαναλαμβανόμενο ζήτημα της πολιτικής ατζέντας. Δεν υπάρχει ενιαία φόρμουλα δεδομένου ότι κάθε πόλη έχει τις ιδιαιτερότητές της λόγω ιστορικών και πολιτικών λόγων. Η συζήτηση σχετικά με το μοντέλο που πρέπει να εφαρμοστεί είναι συχνά αμφισβητούμενη, εξ αιτίας ιδεολογιών, συμφερόντων και διαφορετικών τρόπων αντίληψης του μητροπολιτικού χώρου. Η μητροπολιτική διακυβέρνηση απαιτεί ένα κοινό όραμα μεταξύ όλων των ενδιαφερόμενων φορέων.

Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση των Ηνωμένων Εθνών, το 55% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σήμερα σε αστικές περιοχές, ποσοστό που αναμένεται να φτάσει το 68% μέχρι το 2050. Στην Ευρώπη, ο αστικός πληθυσμός αντιπροσωπεύει το 75% του συνολικού πληθυσμού.
Ως εκ τούτου, θέματα τόσο σημαντικά όσο η κοινωνική συνοχή ή η καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής έχουν γίνει προκλήσεις σε αστικό και μητροπολιτικό επίπεδο. Η έγκριση της ατζέντας 2030 και των Στόχων για την Αειφόρο Ανάπτυξη (2015), καθώς και η Παγκόσμια Αστική Ατζέντα και εκείνη που αφορά την ΕΕ (2016) υπογραμμίζουν τη σημασία των αστικών θεμάτων. Η διακυβέρνηση των μητροπολιτικών περιοχών και περιφερειών αποτελεί επαναλαμβανόμενο ζήτημα της πολιτικής ατζέντας. Πολυάριθμες εργασίες και ακαδημαϊκές μελέτες, όπως εκείνη των Heinelt και Kübler (2005) και η έκθεση των Ηνωμένων Πόλεων και Τοπικών Κυβερνήσεων (UCLG, 2016),υποστηρίζουν ότι υπάρχουν διαφορετικά μοντέλα διακυβέρνησης και δεν υπάρχει κοινή φόρμα για όλες ( κανένα one-size-fits-all).
Πράγματι, κάθε πόλη έχει τις ιδιαιτερότητες και τη μορφή της διακυβέρνησής της για ιστορικούς και πολιτικούς λόγους. Παρόλα αυτά μπορούμε να διακρίνουμε  τέσσερα βασικά μοντέλα μητροπολιτικής διακυβέρνησης, ανάλογα με τον βαθμό θεσμοθέτησής τους (ΟΟΣΑ, 2015 και Tomas, 2017), δηλαδή, ανάλογα με το είδος των θεσμικών ρυθμίσεων που έγιναν: