Η Ευρώπη επενδύει στην Αυτοδιοίκηση. Εμείς γιατί όχι;



 Γράφει ο Παύλος Γερουλάνος
Δημοσιεύεται στο Capital.gr 


Εκθέσεις επί εκθέσεων, θεωρητικές και εμπειρικές μελέτες οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και διεθνών οικονομικών οργανισμών, όπως ο ΟΟΣΑ, επαναλαμβάνουν και τεκμηριώνουν εδώ και χρόνια τα προφανή:

          Αποκέντρωση και ανάπτυξη είναι ευθέως ανάλογα μεγέθη. Η αποκέντρωση δεν είναι απλά ένα αίτημα αιρετών για εξουσία – είναι αναπτυξιακή προϋπόθεση. Χωρίς ισχυρούς δήμους ανάπτυξη δεν υπάρχει.

          Η αποκέντρωση συμβάλλει στην μεγέθυνση της οικονομίας και στην άμβλυνση των ενδοπεριφερειακών ανισοτήτων. Δείτε για παράδειγμα εδώ: Decentralisationand Economic Growth - Part 1: How Fiscal Federalism Affects Long-TermDevelopment. Χωρίς ισχυρούς δήμους η ανάπτυξη είναι για λίγους.
  Οι περιφέρειες και οι δήμοι γνωρίζουν καλύτερα τις περιφερειακές και τοπικές ιδιαιτερότητες, μπορούν να αναδείξουν αποτελεσματικότερα τα συγκριτικά πλεονεκτήματά τους και να υποστηρίξουν την εφαρμογή των αναπτυξιακών πολιτικών. Χωρίς ισχυρούς δήμους η ανάπτυξη που μπορεί να έρθει θα είναι λάθος για την περιοχή.

Παύλος Γερουλάνος: Το πραγματικό Επιτελικό Κράτος θα σχεδιάσουν όσοι πιστεύουν στην Αυτοδιοίκηση



Πρώτη Δημοσίευση στο www.aftodioikisi,gr

Στόχος κάθε διοικητικής μεταρρύθμισης, όπως αυτή που επιχειρεί η κυβέρνηση με το Επιτελικό Κράτος, είναι η καλύτερη λειτουργία του. Η λειτουργία του κράτους, όμως, κρίνεται κυρίως από τον βαθμό ικανοποίησής μας από τις υπηρεσίες που μας παρέχει, από την δυνατότητά του να ανταποκρίνεται δίκαια και αποτελεσματικά στα αιτήματά μας. Έχει αποδειχθεί, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και παγκοσμίως, ότι όσο πιο κοντά σε ένα πρόβλημά μας δίνεται η λύση, όσο πιο κοντά σε μία ανάγκη μας παρέχεται η υπηρεσία τόσο καλύτερη η λύση και τόσο μεγαλύτερος ο βαθμός ικανοποίησής μας. Διότι, μεγαλύτερη εγγύτητα της αρχής που παρέχει την υπηρεσία με μας και την καθημερινότητά μας σημαίνει καλύτερη κατανόηση του προβλήματος και της ανάγκης να επιλυθεί, μεγαλύτερη εξοικονόμηση χρόνου και αυξημένη δυνατότητα του πολίτη να ελέγχει και να κρίνει το αποτέλεσμα.

«Κυβερνησιμότητα» και Δημοκρατία



 Tου Δημήτρη Ι. Κατσούλη

Η εισαγωγή της απλής αναλογικής στην Αυτοδιοίκηση και η συνακόλουθη εκλογή Συμβουλίων στα οποία ο Δήμαρχος ή ο Περιφερειάρχης δεν διαθέτει την πλειοψηφία  έφερε στο προσκήνιο την έννοια της «κυβερνησιμότητας», δηλαδή της δυνατότητας των ΟΤΑ να κυβερνηθούν. Η κυβερνησιμότητα προβλήθηκε ως «νομιμοποιημένο» αντίβαρο απέναντι στην «απονομιμοποιημένη» απλή αναλογική. Η πρόσφατη νομοθετική παρέμβαση της νέας Κυβέρνησης υπέρ της «κυβερνησιμότητας» των ΟΤΑ πέρασε ως ρεβάνς στην απλή αναλογική, ως πολιτικό απωθημένο. Στην μάχη των «απωθημένων» εξαρχής τάχθηκε κατά της απλής αναλογικής και ευλόγως υπέρ της «κυβερνησιμότητας» η ΚΕΔΕ και η ΕΝΠΕ.
Σε αυτή την διελκυστίνδα προφανώς ο κυρίαρχος συσχετισμός των πολιτικών δυνάμεων στο κεντρικό και τοπικό κράτος ίσως δεν επέτρεπε διαφορετική προσέγγιση.
Η προηγούμενη κυβέρνηση «έκαψε» την ορθή επιλογή της για την εισαγωγή της απλής αναλογικής με την ιδεοληπτική άρνησή της στη προσαρμογή του συστήματος διακυβέρνησης στα νέα δεδομένα που αναπόφευκτα θα πρόκυπταν στην σύνθεση των Συμβουλίων και εξαιτίας της ορθής επίσης επιλογής να εκλέγονται άμεσα ο Δήμαρχος και ο Περιφερειάρχης. Δεν πρέπει όμως να παραβλέπουμε ότι οι πρόνοιες του ν.4555/2018 επέτρεπαν την πλειοψηφία του Δημάρχου ή Περιφερειάρχη στις Επιτροπές. Συνεπώς η δυσαρμονία δεν θα είχε την έκταση που υπερβάλλοντας ισχυρίζονται οι μαχητές της «κυβερνησιμότητας».
Εν τούτοις, εκτός από τις κρίσιμες αλλαγές στο σύστημα διακυβέρνησης, αλλαγές που έτσι και αλλιώς είναι αναγκαίες, ανεξαρτήτως του εκλογικού συστήματος, ο νομοθέτης του Κλεισθένη 1 όφειλε να προνοήσει για την διαμόρφωση συνθηκών ομαλής διακυβέρνησης  αφήνοντας στην άκρη τις ιδεοληψίες περί ανόθευτης και άδολης αναλογικής η οποία έτσι και αλλιώς δεν μπορεί να εφαρμόζεται σε πολιτικοδιοικητικούς θεσμούς παρά μόνο στους συλλόγους και στα σωματεία.

Κυβερνησιμότητα ή Διακυβέρνηση: Δύο όψεις του ίδιου νομίσματος;


Λαμία,6 Αυγούστου 2019

Κατερίνα Μπατζελή
Επικεφαλής της Παράταξης «πατρίδα μας η Στερεά»

Όταν γίνονται Μεταρρυθμίσεις στην Δομή του Κράτους και της Αυτοδιοίκησης  που επηρεάζουν τις οικονομικές, αναπτυξιακές και κοινωνικές πολιτικές, εθνικές και ευρωπαϊκές, είναι σκόπιμο να διασφαλίζονται οι αρχές  που πρέπει να διέπουν τους θεσμούς, ως αυτονόητες αρχές. Τέτοιες είναι, η  διαφάνεια, η αποτελεσματικότητα, η αποκέντρωση αρμοδιοτήτων, οι ενιαίες διαδικασίες, η  δημοκρατική αντιπροσώπευση, μετάβαση από την μεθοδολογία της «διοίκησης και εκτελεστικότητας» στην καινοτομική «διακυβέρνηση» της αυτοδιοίκησης βάσει των Αρχών του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας και των αντίστοιχων ευρωπαϊκών πολιτικών για ενίσχυση των Περιφερειών και των Πόλεων. 
Σε μία τέτοια περίπτωση βρισκόμαστε με την συζήτηση των Νομοσχεδίων περί «επιτελικού κράτους και τροποποίησης του Νόμου Κλεισθένη για την αυτοδιοίκηση», προτάσεις οι οποίες έχουν βελτιωθεί σημαντικά από την αρχική τους παρουσίαση.
Δύο Νομοσχέδια που καταδεικνύουν την Μεταρρύθμιση που επιθυμεί να εφαρμόσει η Κυβέρνηση στο κράτος και στην ευρύτερη δομή του.  Σε κάθε προσέγγιση μας φυσικά δεν μπορεί να μην ληφθεί υπόψη ότι οι αλλαγές γίνονται μετά τη διακυβέρνηση της χώρας από τον ΣΥΡΙΖΑ, η άποψη του οποίου για το κράτος και την αυτοδιοίκηση ήταν ιδεοληπτική, λαϊκίστικη και ενίοτε ανασταλτική σε κάθε ουσιαστική εξέλιξη  που θα ενίσχυε την ανάπτυξη και την αποδοτικότερη λειτουργία του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα,  ο Νόμος Κλεισθένη περί Αυτοδιοίκησης, όπου και οι ίδιοι δεν κατάλαβαν τι έκαναν ,τι κέρδισαν ενώ απέτρεψαν ορισμένες αλλαγές που ήταν πλέον ώριμες να γίνουν στον Νόμο Καλλικράτη για να είναι πιο λειτουργικός και αντιπροσωπευτικός στην λήψη των αποφάσεων, παρά το γεγονός ότι διασφαλιζόταν η «κυβερνησιμότητα», η οποία δοκιμάζεται με την απλή αναλογική όπως αυτή πέρασε στον Κλεισθένη.

«Σύμπραξη παρατάξεων»: Συναλλαγή και συνένωση ή προγραμματική συμφωνία και διαπαραταξιακή πλειοψηφία; Μία άλλη Πρόταση



Του Δημήτρη Ι. Κατσούλη

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ: 13/8/2019
Το άρθρο 1 του νόμου 4623/2019 για την λεγόμενη «κυβερνησιμότητα» των ΟΤΑ καταστρώνει την σύμπραξη των παρατάξεων με τελική μορφή την συγχώνευσή τους υπό την Δήμαρχο ή τον Περιφερειάρχη. Ο νομοθέτης προφανώς  αδυνατεί να προσαρμόσει την αντίληψη του για τη διακυβέρνηση των ΟΤΑ σε σχήματα και κανόνες που ξεφεύγουν από το μοντέλο που ίσχυε πριν από τον ν.4555/2018. Όταν δε βρίσκεται μπροστά στο γεγονός της μη ευρείας πλειοψηφίας του Δημάρχου ή του Περιφερειάρχη στο Συμβούλιο δεν μπορεί να σκεφθεί διαφορετικά από το να την κατασκευάσει εκ των υστέρων με αυστηρές διοικητικού τύπου διαδικασίες. Η πράξη όμως θα δείξει ότι οι επιλογές του είναι ατυχείς και απρόσφορες.
Ο νομοθέτης του ν.4623/2019 ουσιαστικά ταυτίζει την σύμπραξη, δηλαδή την κοινή δράση και συνεργασία με την συνένωση  με την ενιαία παράταξη.
Ειδικότερα, με τη διάταξη των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του ν.463/2019 αντικαθιστά αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 73, παρ.7 και 101, παρ.12 του ν.4555/2018οι οποίες τροποποίησαν τα άρθρα 66 και 168 του ν.3852/2010. Οι του ν.4555/2018 ρύθμιζαν το δικαίωμα της συνένωσης παρατάξεων. Το δικαίωμα αυτό δεν ήταν ασφαλώς συνέπεια της απλής αναλογικής αλλά είναι δικαίωμα κάθε πολιτικής ένωσης προσώπων να αποφασίζει την συνένωση ή τη διάσπασή της και θεμελιώνεται στην ελεύθερη βούληση των μελών τους. Εν προκειμένω ο νομοθέτης αντικαθιστώντας τις εν λόγω διατάξεις περιορίζει το δικαίωμα σε όσες παρατάξεις συνενώνονται με την παράταξη του Δημάρχου ή του Περιφερειάρχη. Ουσιαστικά η συνένωση αυτή η οποία αποκαλείται σύμπραξη αποτελεί ουσιαστική συνένωση και δημιουργία νέας ενιαίας παράταξης υπό τον Δήμαρχο ή Περιφερειάρχη.
Η απόφαση των παρατάξεων η οποία λαμβάνεται με έγγραφη δήλωση της πλειοψηφίας των μελών τους λαμβάνεται άπαξ και δεν ανακαλείται!!! Είναι προφανές ότι ο νομοθέτης είναι εκτός τόπου και χρόνου και δεν έχει γνώση των δεδομένων της Αυτοδιοίκησης και όχι μόνο. Κάθε δήλωση βουλήσεως μπορεί να ανακληθεί όταν μεταβληθούν τα δεδομένα που οδήγησαν σε αυτήν. Εν προκειμένω τι σημαίνει η μη ανάκληση; Ότι ο σύμβουλος που διαφωνεί με την σύμπραξη ή τον επικεφαλή της  δεν έχει δικαίωμα να αρνηθεί ψήφο στο Συμβούλιο ή στις Επιτροπές; Ότι, εάν πολλοί ή περισσότεροι διαφωνούν και καταψηφίζουν τις προτάσεις του Δημάρχου ή του Περιφερειάρχη η ψήφος τους δεν θα είναι έγκυρη; Ασφαλώς πρόκειται για νομοθετικό ατόπημα που δεν θα ισχύσει στην πράξη.
Από την άλλη πλευρά, εάν ίσως εξαιρεθούν μικρές  παρατάξεις ή μεμονωμένοι ανεξάρτητοι σύμβουλοι που θα προσχωρήσουν για να πάρουν  αξιώματα Αντιδημάρχου ή Προέδρου νομικού προσώπου, ποια συγκροτημένη και σοβαρή δημοτική ή περιφερειακή παράταξη θα αυτοκαταργηθεί για να υπαχθεί στο Δήμαρχο ή τον Περιφερειάρχη; Καμία. Συνεπώς το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων αυτών είναι εκ των προτέρων ναρκοθετημένο.

Κλεισθένης 1 και κυβερνησιμότητα: Αλήθεια και Μύθοι

Σχόλιο του Δημήτρη Ι. Κατσούλη

Όλες οι Περιφέρειες και το 87,3% των Δήμων έχουν πλειοψηφία Περιφερειάρχη ή Δημάρχου στην Οικονομική Επιτροπή σύμφωνα με τον ν. 4555/2018 (άρθρα 76 &103)

Η εφαρμογή της απλής αναλογικής του ν.4555/2018 για την εκλογή των περιφερειακών και δημοτικών συμβουλίων με άμεση εκλογή του Περιφερειάρχη και του Δημάρχου αποτελεί μία ατελή μεταρρύθμιση διότι δεν συνοδεύτηκε από συστηματική προσαρμογή του συστήματος διακυβέρνησης των Δήμων και των Περιφερειών στην πιθανή και εκτεταμένη – και πλέον μετά τις εκλογές, δεδομένη- δυσαρμονία του Συμβουλίου με τον Δήμαρχο ή τον Περιφερειάρχη.
Η προηγούμενη Κυβέρνηση αντιμετώπισε την καθιέρωση της απλής αναλογικής περισσότερο ως ιδεολογική εμμονή και αδιαφόρησε για την ενσωμάτωσή της σε ένα νέο και αποτελεσματικό σύστημα διακυβέρνησης.
Σήμερα, οι όροι έχουν αντιστραφεί. Η Κυβερνητική Αλλαγή φέρνει στο προσκήνιο την ουσιαστική έλλειψη συνολικής πρότασης για την βελτίωση του συστήματος διακυβέρνησης με όρους που και την πολιτική αυτονομία της Αυτοδιοίκησης εμπεδώνουν και κυρίως αναδιατάσσουν τη δομή του συστήματος βελτιώνοντας έτσι και την αποτελεσματικότητά του.
Κατά την περιρρέουσα και κρατούσα αντίληψη που διακατέχει κατά κανόνα τις «πλειοψηφίες» το πρόβλημα στο σύστημα διακυβέρνησης είναι η απλή αναλογική και η έλλειψη άνετης και σταθερής πλειοψηφίας στον Δήμαρχο ή τον περιφερειάρχη. Και επειδή η άμεση κατάργηση της απλής αναλογικής και η επανάληψη των Αυτοδιοικητικών Εκλογών θα αποτελούσε θεσμική εκτροπή και επικίνδυνο πολιτικό ρίσκο προτιμάται ίσως  η αλλοίωση των δημοκρατικών βάσεων του συστήματος διακυβέρνησης με την πολύπλευρη περιθωριοποίηση του Συμβουλίου.
Πρέπει να καταστεί πάντως σαφές κάτι που επίμονα αποσιωπάται: ότι ο νομοθέτης του ΚΛΕΙΣΘΕΝΗ 1 και της απλής αναλογικής περιόρισε την εφαρμογή της αποκλειστικά και μόνο στην εκλογή του Συμβουλίου. Αντιθέτως εξασφάλισε στον άμεσα εκλεγμένο Δήμαρχο ή Περιφερειάρχη την πλειοψηφία στην οικονομική επιτροπή και τις λοιπές επιτροπές για το μεγαλύτερο μέρος των ΟΤΑ. Μόνο εκεί που τα ποσοστά των Ηγετών των ΟΤΑ είναι χαμηλά η πλειοψηφία δεν επιτυγχάνεται και η συνεργασία είναι αναπόφευκτη.

Δεδομένη από τον "ΚΛΕΙΣΘΕΝΗ 1" η πλειοψηφία στην Οικονομική Επιτροπή

ΣΧΟΛΙΟ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΤΣΟΥΛΗ

Πολύς λόγος γίνεται τελευταία για την «κυβερνησιμότητα» στους Δήμους και τις Περιφέρειες. Άλλωστε η νέα κυβερνητική πλειοψηφία, άνετη, βιαστική και ενδεχομένως ισοπεδωτική σπεύδει να νομοθετήσει το «επιτελικό κράτος» και την «ενίσχυση της κυβερνησιμότητας» την οποία μάλιστα ταυτίζει με την πολυπόθητη γιαυτήν κατάργηση της απλής αναλογικής. Η επικοινωνιακή ηγεμονία ίσως της επιτρέπει να επικεντρώνεται σε συνθήματα ενίοτε και ψευδεπίγραφα όπως το «επιτελικό κράτος» ή να προετοιμάζει το έδαφος για προφανή παραβίαση της συνταγματικής αρχής της δημοκρατικής διακυβέρνησης των τοπικών υποθέσεων και ταυτόχρονα της χειραγώγησης της Αυτοδιοίκησης.
Μέσα στην πόλωση της προεκλογικής περιόδου και στην μέθη της μετεκλογικής επικράτησης τόσο η Κυβέρνηση όσο και οι αιρετοί της Αυτοδιοίκησης δεν έχουν την ψυχραιμία να αποτιμήσουν την εφαρμογή κρίσιμων πτυχών του Κλεισθένη, αντιφατικών ασφαλώς, πλην όμως τόσο χρήσιμων ώστε εν πολλοίς να περιττεύει η ανησυχία περί μη κυβερνησιμότητας.

ΟΔΗΓΟΣ ΚΑΛΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ

ΠΥΞΙΔΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΩΝ 


ΔΙΑΒΑΣΤΕ 
ΤΟΝ ΟΔΗΓΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ
ΠΑΤΩΝΤΑΣ
ΕΔΩ


Το ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ αναρτά και προβάλλει ένα κείμενο του Συνηγόρου του Πολίτη που από το 2012 έως σήμερα δεν έχει γίνει κτήμα των πολιτών αλλά δεν έχει εμπεδωθεί και στη Δημόσια Διοίκηση, ιδίως όμως στις υπηρεσίες και στους εργαζόμενους των Δήμων κατά κύριο λόγο.
 Ο ΟΔΗΓΟΣ ΚΑΛΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ  είναι μία πυξίδα που βελτιώνει τις σχέσεις των πολιτών με την Δημόσια Διοίκηση και συνεχώς πρέπει να εμβαθύνεται, να ενημερώνεται και να προσαρμόζεται στην πρόοδο των σχέσεων πολίτη και δημόσιας εξουσίας.
Ιδιαίτερα στην τοπική αυτοδιοίκηση και πρωτίστως στην πρωτοβάθμια όπου ο αυτοσχεδιασμός, η ευνοιοκρατία και η ασθενής επαγγελματική συνείδηση πολλές φορές  οδηγούν τους δημότες στην απόγνωση και εν συνεχεία στην απαξίωση του Δήμου τους, ο ΟΔΗΓΟΣ αυτός μπορεί να γίνει το σημείο εκκίνησης για την εμβάνθυση των σχέσεων και την αντίληψη ότι αιρετοί και εργαζόμενοι δεν είναι εξουσιαστές των πολιτών αλλά εντολοδόχοι και υπηρέτες τους και όταν προσδοκούν τον σεβασμό και την συνεργασία των πολιτών πρέπει αυτοί πρώτοι να τηρούν τους κανόνες δημοκρατικής, υπηρεσιακής δεοντολογίας.Αλλιώς οι πολίτες έχουν το δικαίωμα ή ακόμη και την υποχρέωση της αντίστασης και της καταγγελίας, πράξεις που μπορούν να αποβούν εντέλει παιδαγωγικές για τους έχοντες και ασκούντες αμέσως ή εμμέσως την εξουσία.

Οκτώ επίκαιρες θέσεις για δημοκρατικές τομές «κυβερνησιμότητας» στην Αυτοδιοίκηση



Του Δημήτρη Κατσούλη

Η μεταρρύθμιση του συστήματος διακυβέρνησης  των ΟΤΑ πρέπει να υπακούσει σε συγκεκριμένες αρχές και κανόνες. Υποχρεωτικά πρέπει να εδραιωθεί στην συνταγματική επιταγή της εφαρμογής της δημοκρατικής αρχής στη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων ενώ δεν μπορεί να είναι αντίθετη με το άρθρο 3 του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας (Ε.Χ.Τ.Α.)  δεδομένου μάλιστα ότι ο Ε.Χ.Τ.Α. έχει αυξημένη τυπική ισχύ έναντι του εσωτερικού δικαίου της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Τούτων λαμβανομένων υπόψη, επισημαίνουμε ότι φορείς άμεσης πολιτικής εντολής και άμεσης λαϊκής νομιμοποίησης είναι το Συμβούλιο και ο Δήμαρχος ή Περιφερειάρχης. Έμμεση δημοκρατική νομιμοποίηση έχουν τα όργανα που εκλέγονται από το Συμβούλιο (Οικονομική Επιτροπή, λοιπές αποφασιστικές Επιτροπές) και η Εκτελεστική Επιτροπή που ορίζεται από τον Δήμαρχο. Η λαϊκή νομιμοποίηση της Εκτελεστικής Επιτροπής ενδείκνυται να ενισχυθεί και διαμέσου της ανακοίνωσης και διαπίστωσης της εμπιστοσύνης της πλειοψηφίας του Συμβουλίου.

Μοντέλα και βασικές μεταβλητές της μητροπολιτικής διακυβέρνησης



Mariona Tomàs Farnés , 
το κείμενο δημοσιεύθηκε στο Barcelona Metropolis. 
Την μετάφραση επιμελήθηκε η Μαρία Βασιλάκη.
 Αναδημοσίευση από https://www.citybranding.gr/
Η διακυβέρνηση των μητροπολιτικών περιοχών αποτελεί επαναλαμβανόμενο ζήτημα της πολιτικής ατζέντας. Δεν υπάρχει ενιαία φόρμουλα δεδομένου ότι κάθε πόλη έχει τις ιδιαιτερότητές της λόγω ιστορικών και πολιτικών λόγων. Η συζήτηση σχετικά με το μοντέλο που πρέπει να εφαρμοστεί είναι συχνά αμφισβητούμενη, εξ αιτίας ιδεολογιών, συμφερόντων και διαφορετικών τρόπων αντίληψης του μητροπολιτικού χώρου. Η μητροπολιτική διακυβέρνηση απαιτεί ένα κοινό όραμα μεταξύ όλων των ενδιαφερόμενων φορέων.

Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση των Ηνωμένων Εθνών, το 55% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σήμερα σε αστικές περιοχές, ποσοστό που αναμένεται να φτάσει το 68% μέχρι το 2050. Στην Ευρώπη, ο αστικός πληθυσμός αντιπροσωπεύει το 75% του συνολικού πληθυσμού.
Ως εκ τούτου, θέματα τόσο σημαντικά όσο η κοινωνική συνοχή ή η καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής έχουν γίνει προκλήσεις σε αστικό και μητροπολιτικό επίπεδο. Η έγκριση της ατζέντας 2030 και των Στόχων για την Αειφόρο Ανάπτυξη (2015), καθώς και η Παγκόσμια Αστική Ατζέντα και εκείνη που αφορά την ΕΕ (2016) υπογραμμίζουν τη σημασία των αστικών θεμάτων. Η διακυβέρνηση των μητροπολιτικών περιοχών και περιφερειών αποτελεί επαναλαμβανόμενο ζήτημα της πολιτικής ατζέντας. Πολυάριθμες εργασίες και ακαδημαϊκές μελέτες, όπως εκείνη των Heinelt και Kübler (2005) και η έκθεση των Ηνωμένων Πόλεων και Τοπικών Κυβερνήσεων (UCLG, 2016),υποστηρίζουν ότι υπάρχουν διαφορετικά μοντέλα διακυβέρνησης και δεν υπάρχει κοινή φόρμα για όλες ( κανένα one-size-fits-all).
Πράγματι, κάθε πόλη έχει τις ιδιαιτερότητες και τη μορφή της διακυβέρνησής της για ιστορικούς και πολιτικούς λόγους. Παρόλα αυτά μπορούμε να διακρίνουμε  τέσσερα βασικά μοντέλα μητροπολιτικής διακυβέρνησης, ανάλογα με τον βαθμό θεσμοθέτησής τους (ΟΟΣΑ, 2015 και Tomas, 2017), δηλαδή, ανάλογα με το είδος των θεσμικών ρυθμίσεων που έγιναν:

Αλλαγές στο σύστημα διακυβέρνησης των Δήμων


Του Λάμπρου Μίχου
εκλεγέντος Δημάρχου Αγίας Βαρβάρας Αττικής


Κατά γενική ομολογία η ανυπαρξία σταθερής και συνδεδεμένης με τον Δήμαρχο πλειοψηφίας στο Δημοτικό Συμβούλιο θα δυσχεράνει την λειτουργία του συστήματος διακυβέρνησης και συνεπώς την έγκαιρη λήψη αποφάσεων με δυσμενείς συνέπειες στην αποτελεσματικότητα των Δήμων και στην προστασία του Δημοσίου Συμφέροντος.

Ανεξάρτητα από την αλλαγή του εκλογικού συστήματος είναι πάντως αναγκαίες άμεσα οι μεταρρυθμίσεις στο σύστημα διακυβέρνησης με σκοπό την ενίσχυση της εκτελεστικής λειτουργίας για την διοίκηση των τρεχουσών τοπικών υποθέσεων και τον εξορθολογισμό των αρμοδιοτήτων του Δημοτικού Συμβουλίου το οποίο ο νομοθέτης σήμερα το εκλαμβάνει ως «Διοικητικό Συμβούλιο» και όχι ως βουλευόμενο αντιπροσωπευτικό σώμα το οποίο ασκεί έλεγχο στην εκτελεστική λειτουργία του Δήμου, ασκεί ρυθμιστικές κανονιστικές αρμοδιότητες και έχει το τεκμήριο αρμοδιότητας μόνο για θέματα προγραμματισμού.

Ειδικότερα προτείνεται το Δημοτικό Συμβούλιο να ασκεί τις ακόλουθες λειτουργίες:

Η Ατζέντα 2030 και η Τοπική Αυτοδιοίκηση



Του Ράλλη Γκέκα Δρ Οικονομικών ΤΑ
Σε προηγούμενο άρθρο[1] είχαμε ασχοληθεί με τις προτεραιότητες της νέας προγραμματικής περιόδου 2021 -2027. Στο άρθρο αυτό τονίστηκε ότι η πλειονότητα των επενδύσεων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης και του Ταμείου Συνοχής θα προσανατολίζονται στους στόχους για «μια εξυπνότερη και πιο πράσινη Ευρώπη». Με βάση τη δέσμευση που έχει αναλάβει η ΕΕ στην πρότασή της για τον νέο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της, το 25 % των κοινοτικών δαπανών θα συνεισφέρουν στη δράση για το κλίμα. Υπενθυμίζεται ότι η συνολική χρηματοδότηση της πολιτικής συνοχής, για την επόμενη προγραμματική περίοδο, θα ανέλθει στα 331 δισεκατομμύρια ευρώ, περίπου.
Είναι προφανές ότι, οι χρηματοδοτικοί πόροι και οι Στόχοι για μία Βιώσιμη Ανάπτυξη θέτουν όχι μόνο μεγάλες προκλήσεις, αλλά και  ερωτήματα για την Ευρωπαϊκή Τοπική Αυτοδιοίκηση, με βασικότερο το:
Πώς θα μπορέσει να έχει πρόσβαση σε αυτούς τους πόρους και να υλοποιήσει αποτελεσματικότερα τις συγκεκριμένες πολιτικές;

Αυτό αποτελεί και το αντικείμενο του παρόντος άρθρου.

Οι Στόχοι της Βιώσιμης Ανάπτυξης.

Στις 25 έως 27 Σεπτεμβρίου του 2015, στη 70η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, συγκεντρώθηκαν οι εθνικές αντιπροσωπείες των κρατών- μελών του και αποφάσισαν τους Στόχους της Βιώσιμης Ανάπτυξης (ΣΒΑ). Καθορίστηκαν 17 Στόχοι Βιώσιμης Ανάπτυξης, οι οποίοι συμπεριλαμβάνουν 169 επιμέρους εξειδικεύσεις. Δεσμεύτηκαν μάλιστα για την πλήρη εφαρμογή των στόχων αυτών, την οποίαν αποκάλεσαν «Ατζέντα 2030»

Οι 17 στόχοι της βιώσιμης ανάπτυξης είναι:

Περιφερειακές Εκλογές και πολιτική αυτονομία.




Του Δημήτρη Ι. Κατσούλη

Το θεσμικό περιβάλλον των εκλογών του προσεχούς Μαίου αλληλοεπηρεάζεται με το ρευστό και συνάμα πολωτικό πολιτικό περιβάλλον. Οι τετραπλές τουλάχιστον εάν όχι πενταπλές κάλπες  δεν θα δυσχεράνουν μόνο τη  διαδικασία και θα ταλαιπωρήσουν εκλογείς και εφορευτικές επιτροπές αλλά κυρίως θα θολώσουν και θα μπλέξουν τα πολιτικά διακυβεύματα τα οποία σε καμία περίπτωση δεν είναι ούτε απλά ούτε ενιαία.
Η «μπουγάδα» των πολιτικών διακυβευμάτων και συνακόλουθα η ασάφεια και η παραπλάνηση που θα τα συνοδεύσει μπορεί να διευκολύνουν τους κομματικούς σχεδιασμούς ιδίως των μονομάχων της διπολικής πόλωσης αλλά σε καμία περίπτωση δεν διευκολύνει ούτε συμφέρει τους πολίτες, την οργανωμένη σε εκλογικά σώματα, κοινωνία.
Σε αυτή την κρίσιμη για το μέλλον της Ευρώπης και των λαών της εκλογή των μελών του Ευρωκοινοβουλίου προέχει κυρίως η σαφής τοποθέτηση του πολίτη απέναντι στο μείζον υπαρξιακό δίλλημα της Ευρώπης. Θα συνεχίσει με δυσκολία να αναζητά τη διόρθωση των λαθών της για να παραμείνει το κοινό σπίτι των λαών της με Δημοκρατία, Κοινωνική Αλληλεγγύη και Ανάπτυξη ή θα γίνει βορρά στις ακραίες δυνάμεις του Αντιευρωπαϊσμού που μας γυρίζουν εξήντα και πλέον πίσω;  Σε αυτή την μείζονα αντίθεση συστοιχίζονται οι επιμέρους ιδεολογικοπολιτικές αντιθέσεις των πολιτικών δυνάμεων της Ευρώπης  μέρος  των οποίων είναι τα κόμματα του λεγόμενου ευρωπαϊκού δημοκρατικού τόξου στα οποία περιλαμβάνονται και οι δύο φερόμενοι ως πόλοι του  νέου ελληνικού διπολισμού. Συνεπώς ο πολιτικός διάλογος για την Ευρώπη δεν μπορεί να γίνεται είτε με όρους της εγχώριας πόλωσης ή να παραμείνει στην άκρη διότι από την κρίση των λαών της Ευρώπης στις κάλπες του Ευρωκοινοβουλίου θα διακυβευθούν τα σημαντικότερα ζητήματα και για την πορεία της χώρας μας.