Η Ατζέντα 2030 και η Τοπική Αυτοδιοίκηση



Του Ράλλη Γκέκα Δρ Οικονομικών ΤΑ
Σε προηγούμενο άρθρο[1] είχαμε ασχοληθεί με τις προτεραιότητες της νέας προγραμματικής περιόδου 2021 -2027. Στο άρθρο αυτό τονίστηκε ότι η πλειονότητα των επενδύσεων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης και του Ταμείου Συνοχής θα προσανατολίζονται στους στόχους για «μια εξυπνότερη και πιο πράσινη Ευρώπη». Με βάση τη δέσμευση που έχει αναλάβει η ΕΕ στην πρότασή της για τον νέο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της, το 25 % των κοινοτικών δαπανών θα συνεισφέρουν στη δράση για το κλίμα. Υπενθυμίζεται ότι η συνολική χρηματοδότηση της πολιτικής συνοχής, για την επόμενη προγραμματική περίοδο, θα ανέλθει στα 331 δισεκατομμύρια ευρώ, περίπου.
Είναι προφανές ότι, οι χρηματοδοτικοί πόροι και οι Στόχοι για μία Βιώσιμη Ανάπτυξη θέτουν όχι μόνο μεγάλες προκλήσεις, αλλά και  ερωτήματα για την Ευρωπαϊκή Τοπική Αυτοδιοίκηση, με βασικότερο το:
Πώς θα μπορέσει να έχει πρόσβαση σε αυτούς τους πόρους και να υλοποιήσει αποτελεσματικότερα τις συγκεκριμένες πολιτικές;

Αυτό αποτελεί και το αντικείμενο του παρόντος άρθρου.

Οι Στόχοι της Βιώσιμης Ανάπτυξης.

Στις 25 έως 27 Σεπτεμβρίου του 2015, στη 70η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, συγκεντρώθηκαν οι εθνικές αντιπροσωπείες των κρατών- μελών του και αποφάσισαν τους Στόχους της Βιώσιμης Ανάπτυξης (ΣΒΑ). Καθορίστηκαν 17 Στόχοι Βιώσιμης Ανάπτυξης, οι οποίοι συμπεριλαμβάνουν 169 επιμέρους εξειδικεύσεις. Δεσμεύτηκαν μάλιστα για την πλήρη εφαρμογή των στόχων αυτών, την οποίαν αποκάλεσαν «Ατζέντα 2030»

Οι 17 στόχοι της βιώσιμης ανάπτυξης είναι:

Περιφερειακές Εκλογές και πολιτική αυτονομία.




Του Δημήτρη Ι. Κατσούλη

Το θεσμικό περιβάλλον των εκλογών του προσεχούς Μαίου αλληλοεπηρεάζεται με το ρευστό και συνάμα πολωτικό πολιτικό περιβάλλον. Οι τετραπλές τουλάχιστον εάν όχι πενταπλές κάλπες  δεν θα δυσχεράνουν μόνο τη  διαδικασία και θα ταλαιπωρήσουν εκλογείς και εφορευτικές επιτροπές αλλά κυρίως θα θολώσουν και θα μπλέξουν τα πολιτικά διακυβεύματα τα οποία σε καμία περίπτωση δεν είναι ούτε απλά ούτε ενιαία.
Η «μπουγάδα» των πολιτικών διακυβευμάτων και συνακόλουθα η ασάφεια και η παραπλάνηση που θα τα συνοδεύσει μπορεί να διευκολύνουν τους κομματικούς σχεδιασμούς ιδίως των μονομάχων της διπολικής πόλωσης αλλά σε καμία περίπτωση δεν διευκολύνει ούτε συμφέρει τους πολίτες, την οργανωμένη σε εκλογικά σώματα, κοινωνία.
Σε αυτή την κρίσιμη για το μέλλον της Ευρώπης και των λαών της εκλογή των μελών του Ευρωκοινοβουλίου προέχει κυρίως η σαφής τοποθέτηση του πολίτη απέναντι στο μείζον υπαρξιακό δίλλημα της Ευρώπης. Θα συνεχίσει με δυσκολία να αναζητά τη διόρθωση των λαθών της για να παραμείνει το κοινό σπίτι των λαών της με Δημοκρατία, Κοινωνική Αλληλεγγύη και Ανάπτυξη ή θα γίνει βορρά στις ακραίες δυνάμεις του Αντιευρωπαϊσμού που μας γυρίζουν εξήντα και πλέον πίσω;  Σε αυτή την μείζονα αντίθεση συστοιχίζονται οι επιμέρους ιδεολογικοπολιτικές αντιθέσεις των πολιτικών δυνάμεων της Ευρώπης  μέρος  των οποίων είναι τα κόμματα του λεγόμενου ευρωπαϊκού δημοκρατικού τόξου στα οποία περιλαμβάνονται και οι δύο φερόμενοι ως πόλοι του  νέου ελληνικού διπολισμού. Συνεπώς ο πολιτικός διάλογος για την Ευρώπη δεν μπορεί να γίνεται είτε με όρους της εγχώριας πόλωσης ή να παραμείνει στην άκρη διότι από την κρίση των λαών της Ευρώπης στις κάλπες του Ευρωκοινοβουλίου θα διακυβευθούν τα σημαντικότερα ζητήματα και για την πορεία της χώρας μας.

Κωλύματα και ασυμβίβαστα των υπαλλήλων των Ο.Τ.Α στις Αυτοδιοικητικές Εκλογές


Του Δημήτρη Ι. Κατσούλη
Δικηγόρου, 
τέως Δημάρχου Αυλώνος Ευβοίας


Συχνά κατά το επίκαιρο έτος των εκλογών στους ΟΤΑ τίθενται ερωτήματα σχετικά με το δικαίωμα των υπαλλήλων των Δήμων και των Περιφερειών καθώς και των νομικών τους προσώπων να συμμετάσχουν ως υποψήφιοι στον ΟΤΑ στον οποίο υπηρετούν.
Η απάντηση, δεδομένης κατά την στιγμή που γράφεται το κείμενο αυτό, και της αβεβαιότητας για το τελικό περιεχόμενο της υπό ανακοίνωση μεταβατικής διάταξης με την οποία δεν θα εφαρμοστούν τα κωλύματα του ν.4555/2018 (ΚΛΕΙΣΘΕΝΗΣ 1) στις προσεχείς εκλογές αλλά εκείνα του ν.3852/2010 (Καλλικράτης), όπως δήλωσε ο Υπουργός Εσωτερικών, παραθέτουμε την απάντηση σύμφωνα και με τα δύο θεσμικά πλαίσια.

1.    Κωλύματα Υπαλλήλων των ΟΤΑ κατά τον «Καλλικράτη»
Ο νομοθέτης του άρθρου 352/2010 καταστρώνει τις διατάξεις περί κωλυμάτων στο άρθρο 14 για τους Δήμους και στο άρθρο  117 για τις Περιφέρειες.
Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.1 εδ. β του άρθρου 14 του ν.3852/2010  οι Γενικοί Γραμματείς  και υπάλληλοι των δήμων με οποιαδήποτε σχέση εργασίας και εάν υπηρετούν, καθώς και οι δημοτικοί συμπαραστάτες, δεν μπορούν να εκλεγούν Δήμαρχοι, Δημοτικοί Σύμβουλοι και σύμβουλοι δημοτικής και τοπικής κοινότητας στους Δήμους που υπηρετούν.  Με τη διάταξη του εδ. δ΄της ίδιας παραγράφου του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι υπάλληλοι με οποιαδήποτε σχέση εργασίας δεν μπορούν να εκλεγούν στο νέο δήμο που προκύπτει από τη συνένωση των Δήμων στους οποίους υπηρετούν (διάταξη που αφορά τις μεταβατικές καταστάσεις των συνενώσεων όταν προκύπτουν.
Από τα παραπάνω συνάγονται τα ακόλουθα συμπεράσματα:
Το κώλυμα εκλογιμότητας είναι απόλυτο για τους υπαλλήλους του δήμου αποκλειστικά και μόνο για την εκλογή τους στο Δήμο αυτόν.
Το κώλυμα ισχύει για όλους τους υπαλλήλους, δηλαδή μόνιμους, με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου αλλά και ορισμένου χρόνου.
Το κώλυμα δεν ισχύει για τα νομικά πρόσωπα του Δήμου, δηλαδή οι υπάλληλοι των δημοτικών νομικών προσώπων και των δημοτικών επιχειρήσεων μπορούν να εκλεγούν στον Δήμο στον οποίο ανήκει το νομικό πρόσωπο στο οποίο υπηρετούν.

«ΒΟΗΘΕΙΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ»: Οι αλήθειες που πρέπει να ειπωθούν και η προοπτική του.



Του Δημήτρη Ι. Κατσούλη
Δικηγόρου, πρώην Δημάρχου Αυλώνος Ευβοίας

Οι Δομές του Προγράμματος «ΒΟΗΘΕΙΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ» μετεξελίσσονται σε πάγιες οργανικές Δομές των Δήμων, εξέλιξη θετική έστω και εάν άργησε σχεδόν μία δεκαετία. Θυμίζω ότι η αρχική προοπτική του Προγράμματος ήταν η πενταετής εφαρμογή του και κατόπιν η ένταξή του ως οργανική μονάδα στις Κοινωνικές Υπηρεσίες των Δήμων. Τόσο οι εκάστοτε Κυβερνήσεις όσο και οι αιρετοί της Αυτοδιοίκησης «βολεύτηκαν» στις συνεχείς παρατάσεις του Προγράμματος αποφεύγοντας την οργανική ένταξη του στους Δήμους.
Σήμερα, επειδή ουσιαστικά τελείωσε η προσμονή της συνέχισης της πεπατημένης, η Κυβέρνηση προχωρά στην προκήρυξη και κάλυψη των θέσεων του προσωπικού με μόνιμους εργαζόμενους και συνακόλουθα στην ένταξη των Δομών στους Οργανισμούς Εσωτερικής Υπηρεσίας των Δήμων. (Βλ. άρθρο 91 του ν.4583/2018, ΦΕΚ Α 212/18.12.2018  https://www.lawspot.gr/nomikes-plirofories/nomothesia/n-4583-2018/arthro-91-nomos-4583-2018-entaxi-toy-programmatos )
Φαίνεται μάλιστα ότι το φιάσκο της Προκήρυξης για την κάλυψη των συμβασιούχων με μοριοδότηση ωθεί σε προσεκτικότερη και ισχυρότερη ρύθμιση της μοριοδότησης για τους εργαζόμενους που υπηρετούν σήμερα, αλλά τίποτε σε αποκλείει τα «ατυχήματα».

Ποιοτική αναβάθμιση της Αυτοδιοίκησης σε Τοπική και Περιφερειακή Διακυβέρνηση



*του Λουκά Αν Καράντζαλη

Την ποιοτική αναβάθμιση της Τοπικής και Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης σε Τοπική και η Περιφερειακή Διακυβέρνηση θέτουν ως στόχο οι θεσμικοί εκπρόσωποι (η Ένωση Περιφερειών Ελλάδας-ΕΝΠΕ και η Κεντρική Ένωση Δήμων-ΚΕΔΕ) των Δήμων και Περιφερειών της χώρας μας  για την επόμενη χρονική περίοδο.

Τι εννοούμε όμως ως Διακυβέρνηση;  Πολύ απλά μπορούμε να πούμε ότι, ως διακυβέρνηση  εννοούμε ένα νέο δίκτυο ποιοτικότερων σχέσεων μεταξύ της Περιφέρειας και  των Δήμων με τους κοινωνικούς εταίρους  και την κοινωνία των πολιτών, το οποίο έχει δικτυακή δομή και διαφοροποιείται τόσο από τις ιεραρχίες όσο και από τις αγορές. Κρίσιμο στοιχείο της Διακυβέρνησης αποτελεί η ισότιμη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων στη λήψη των αποφάσεων και την ποιοτική εμβάθυνση της δημοκρατικής και κοινωνικής λειτουργίας των θεσμών.
Βασικά κριτήρια της καλής διακυβέρνησης είναι
1. η δημιουργία των κατάλληλων δομών για την οργάνωση της έκφρασης και της συμμετοχής των πολιτών στη διαδικασία διοίκησης των τοπικών υποθέσεων,
2.  η ενθάρρυνση και ενίσχυση των τοπικών πρωτοβουλιών και δραστηριοτήτων για την επίλυση των προβλημάτων,
3. η δημιουργία μαθησιακών δομών που επιτρέπουν τη διαμόρφωση μιας τοπικής συνείδησης στους κατοίκους,
4.  καθώς και η μεγιστοποίηση της ικανότητας όσων συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων να ενεργοποιούν άλλα δίκτυα δράσεων και ανθρώπων.

Το διακύβευμα των Περιφερειακών Εκλογών του 2019

Άρθρο του Δημήτρη Ι. Κατσούλη


Αρκετοί επίδοξοι αιρετοί της Περιφέρειας επικαλούνται  την «αυτοδιοικητική» ιδιότητα και το «αυτοδιοικητικό διακυβευμα» των περιφερειακών εκλογών. Όσοι δεν καταφεύγουν σε αυτό για να αποκρύψουν την κομματική τους στήριξη ή υπαγωγή, το αναμασούν διότι δεν έχουν καταλάβει ότι ο δεύτερος βαθμός «τοπικής αυτοδιοίκησης» στο επίπεδο της Περιφέρειας δεν είναι ούτε Δήμος ούτε Κοινότητα. Πρόκειται για το ενδιάμεσο επίπεδο εξουσίας μεταξύ Κράτους και Δήμων που καθορίζεται από την θέση αυτή. Από την Αυτοδιοίκηση παίρνει την ιδιότητα της πολιτικής και διοικητικής αυτονομίας όπως αυτή καταστρώνεται στον Ευρωπαϊκό Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας και από το Κράτος την αποστολή της εκπόνησης των δημοσίων πολιτικών και της υλοποίησής τους με ίδια μέσα και μηχανισμό. Ιδιαίτερα η Περιφέρεια αποτελεί πυλώνα υλοποίησης των ευρωπαϊκών πολιτικών σε εταιρική, συνεργατική και όχι εξαρτησιακή σχέση με το κεντρικό Κράτος, μεταβαλλόμενη σε θεσμό κλειδί για την εφαρμογή της αρχής της επικουρικότητας στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πέραν από θεσμός της «αυτοδιοίκησης» η Περιφέρεια είναι πυλώνας της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης στην ευρωπαϊκή της διάσταση.
Η ένταξη μάλιστα της Περιφέρειας στο ευρωπαϊκό σύστημα της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης, εφόσον ασφαλώς εμπεδωθεί ή και κατακτηθεί από τις Περιφερειακές Αρχές του υπερσυγκεντρωτικού και απομακρυσμένου από το «ευρωπαϊκό κεκτημένο» ελληνικού κράτους, μπορεί να γίνει μοχλός χειραφέτησης και ταυτόχρονα υπέρβασης και αποδόμησης του ελληνικού συγκεντρωτισμού.

Οι περιφέρειες καταθέτουν προτάσεις ώστε η πολιτική συνοχής της ΕΕ για την περίοδο 2021-2027 να ανταποκρίνεται περισσότερο στις ανάγκες των πολιτών



 O Πρόεδρος της ΕτΠ Karl-Heinz Lambertz (BE/PES)
και η Επίτροπος 
Corina Cretu
Για τη μείωση των ανισοτήτων και την παροχή περισσότερων ευκαιριών για όλους τους Ευρωπαίους πολίτες, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή των Περιφερειών (ΕτΠ) επιθυμεί η πολιτική συνοχής να καταστεί ευκολότερη, πιο ευέλικτη και να μη χρησιμοποιείται ως κύρωση ή κίνητρο για την επίτευξη άλλων στόχων αλλά για τη χωρίς αποκλεισμούς διατηρήσιμη ανάπτυξη. Εκκλήσεις για βελτίωση και νομοθετικές τροπολογίες επί των προτάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την πολιτική συνοχής της περιόδου 2021-2027 περιλαμβάνονται σε τέσσερεις διαφορετικές γνωμοδοτήσεις που υιοθέτησαν οι τοπικοί και περιφερειακοί ηγέτες κατά τη διάρκεια της συνόδου ολομέλειας της ΕτΠ στις 5 Δεκεμβρίου.
Η πολιτική συνοχής, ύψους 3 78 δισ. Ευρώ έως το 2020, είναι και θα παραμείνει την επόμενη δεκαετία το κύριο μέσο της ΕΕ για την προώθηση της οικονομικής, κοινωνικής και εδαφικής συνοχής, τη συμμετοχή των τοπικών φορέων σε κοινές αναπτυξιακές στρατηγικές και την προβολή της δράσης της σε όλες τις κοινότητες. Επαναλαμβάνοντας την αντίθεσή τους στην μείωση κατά 10% που προτείνεται από την Επιτροπή, οι τοπικοί ηγέτες κατέθεσαν σήμερα συγκεκριμένες προτάσεις ώστε η πολιτική να καταστεί πιο αποτελεσματική.
« Οι προτάσεις που κατατίθενται σήμερα θα εκσυγχρονίσουν, θα απλοποιήσουν και θα βελτιώσουν την πολιτική συνοχής, αποδεικνύοντας την προσήλωση των ευρωπαϊκών δήμων και περιφερειών στην ενίσχυση της εν λόγω πολιτικής για να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις του μέλλοντος. Χρειαζόμαστε περισσότερη ευελιξία και κοινή διαχείριση ώστε οι στόχοι των ταμείων να υλοποιούνται από κοινού με όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης, για να εξασφαλιστεί ότι η ΕΕ θα έχει τον αντίκτυπο που προσδοκούν οι πολίτες. Αυτό θα επιτρέψει στην πολιτική συνοχής να αντιμετωπίζει τις προκλήσεις που βιώνει η Ευρώπη όχι μόνο σήμερα, αλλά και στο μέλλον », δήλωσε ο Πρόεδρος Karl-Heinz Lambertz (BE/PES).

Προϋπολογισμός της ΕΕ: οι περικοπές στην πολιτική συνοχής θα υπονομεύσουν τις υποσχέσεις της ΕΕ για κοινωνική πρόοδο



Ένα χρόνο μετά από τη διακήρυξη του Ευρωπαϊκού Πυλώνα Κοινωνικών Δικαιωμάτων , ένα καίριο ερώτημα παραμένει: πώς θα υλοποιηθούν οι υποσχέσεις των Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων στην Κοινωνική Σύνοδο Κορυφής του Γκέτεμποργκ τον Νοέμβριο του 2017; Κατά τη διάρκεια διοργανικής διάσκεψης που διοργάνωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή των Περιφερειών (ΕτΠ) τη Δευτέρα, εκπρόσωποι περιφερειών και δήμων τόνισαν στην Ευρωπαία Επίτροπο Marianne Thyssen ότι η πολιτική συνοχής της ΕΕ πρέπει να συνεχίσει να στηρίζει την υλοποίηση του Ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων με την ενεργό συμμετοχή των τοπικών και περιφερειακών αρχών.

Ο Karl-Heinz Lambertz , Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Περιφερειών, δήλωσε: «Η ΕΕ πρέπει να επιδιώκει πάντοτε τη χειραφέτηση των πολιτών της δημιουργώντας αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας και προστατεύοντας την υγεία, εξασφαλίζοντας ότι κανείς δεν θα μείνει πίσω. Ο Ευρωπαϊκός πυλώνας κοινωνικών δικαιωμάτων έθεσε την κοινωνική προστασία και ένταξη ξανά στην καρδιά της ημερήσιας διάταξης της ΕΕ, ωστόσο η υλοποίησή του απαιτεί προσήλωση από όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, χρειαζόμαστε έναν φιλόδοξο προϋπολογισμό της ΕΕ με ισχυρή πολιτική συνοχής μετά το 2020. Οι περιφέρειες και οι δήμοι είναι έτοιμοι να ανανεώσουν την Ευρώπη, ωστόσο η περικοπή ή η συγκέντρωση των πόρων της ΕΕ - ιδίως του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου - θα υπονομεύσει τη φιλοδοξία μας».

Ένας νέος τρόπος εργασίας για την Ευρώπη: οι περιφέρειες καλούνται να συμμετάσχουν σε πιλοτικό πρόγραμμα για τη βελτίωση της νομοθεσίας της ΕΕ





Στις 14 Νοεμβρίου, ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Περιφερειών (ΕτΠ) Karl-Heinz Lambertz συναντήθηκε με αντιπροσωπείες περιφερειών της ΕΕ στις Βρυξέλλες για να παρουσιάσει το νέο Δίκτυο Περιφερειακών Κόμβων ( #RegHub ) και να συζητήσει για τη διαδικασία επιλογής των 20 περιφερειών που θα συμμετέχουν στο πιλοτικό στάδιο (2019-2020). Σύμφωνα με τις συστάσεις της Ειδικής Ομάδας για την Επικουρικότητα , στόχος του εγχειρήματος είναι η παροχή ανατροφοδότησης από τις τοπικές και περιφερειακές αρχές σχετικά με την υλοποίηση της νομοθεσίας της ΕΕ στην πράξη, πράγμα που θα συμβάλει εν τέλει στη βελτίωση της νομοθεσίας της ΕΕ και στην προσέγγισή της στους πολίτες.

Μεταδημότευση για υποψηφιότητα στις Εκλογές της Αυτοδιοίκησης


Του Δημήτρη Ι. Κατσούλη

Μου τίθεται συχνά το ερώτημα για το τι ισχύει σχετικά με την συμμετοχή στις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές υποψηφίων που δεν είναι δημότες του Δήμου ή Δήμου της Περιφέρεια όπου επιθυμούν να είναι υποψήφιοι. Απαντώ: ισχύει ότι ίσχυε πάντοτε.

Αναλυτικά: Ως προς τις Δημοτικές Εκλογές ισχύει η διάταξη του άρθρου 16 του νόμου 3463/2006 το οποίο ορίζει ότι: «   "1. Επιτρέπεται η μεταδημότευση χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων της παρ. 7 του άρθρου 15, όταν πρόκειται μόνο για την υποβολή υποψηφιότητας σε δημοτικές και κοινοτικές εκλογές στους Δήμους και τις Κοινότητες των Νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης και στους Δήμους ή τις Κοινότητες των νομών, στην περιφέρεια των οποίων υπάγεται ο Δήμος ή η Κοινότητα που ο υποψήφιος είναι ή ήταν πριν γραμμένος στα Μητρώα Αρρένων ή στα δημοτολόγια ή στους εκλογικούς καταλόγους."   2. Το δικαίωμα αυτό μπορεί να ασκηθεί από την 1η Αυγούστου του έτους διενέργειας των εκλογών μέχρι την προηγούμενη ημέρα της κατάθεσης στο αρμόδιο δικαστήριο της δήλωσης κατάρτισης των συνδυασμών. Η απόφαση μεταδημότευσης εκδίδεται υποχρεωτικά μέσα στην ίδια προθεσμία και είναι αμέσως εκτελεστή. Η απόφαση μεταδημότευσης παύει να ισχύει μετά την παρέλευση τριών (3) μηνών από την ανακήρυξη των συνδυασμών, εφόσον αυτός που μεταδημότευσε δεν ανακηρύχθηκε υποψήφιος. Σε αντίθετη περίπτωση εφαρμόζεται, κατά τα λοιπά, η παράγραφος 7 του προηγούμενου άρθρου.»

Λάθος οι κοινοτικές εκλογές και οι τριπλές αυτοδιοικητικές κάλπες




 
Αρθρο του Δημήτρη Ι. Κατσούλη
Ο νομοθέτης του ΚΛΕΣΘΕΝΗ 1 μέσα σε όλα τα άλλα, εν πολλοίς ιδεοληπτικά,  προβλέπει και μία επιπλέον κάλπη, αυτή για τις εκλογές των οργάνων των Κοινοτήτων.
Τεχνικά η Τρίτη κάλπη είτε οι εκλογές γίνονται μαζί με τις Ευρωεκλογές είτε μόνες τους αποτελεί μία ακόμη δυσκολία στην διεξαγωγή και θα επιβαρύνει το κόστος των εκλογών διότι αναπόφευκτα  απαιτεί μικρότερα σε ψηφοφόρους Τμήματα και συνεπώς μεγαλύτερο αριθμό Τμημάτων, Δικαστικών Αντιπροσώπων και Εφορευτικών Επιτροπών. Δεν συζητάμε ασφαλώς για τις τετραπλές  ή ακόμη και τις πενταπλές κάλπες. Η διεξαγωγή θα είναι απερίγραπτα δύσκολη.
Θεσμικά η ξεχωριστή κάλπη ταυτόχρονα με τις εκλογές της Δημοτικής Αρχής προσδίδει ιδιαίτερο θεσμικό κύρος στις εκλογές των Συμβουλίων και Προέδρων των Κοινοτήτων δυσανάλογο όμως με το πραγματικό περιεχόμενο της αποστολής και της «εξουσίας» τους. Όντως η διαφημιζόμενη ενίσχυση της αποκέντρωσης και της αυτονομίας των Κοινοτήτων είναι λόγια κενά περιεχομένου διότι ούτε οι αρμοδιότητες των Κοινοτήτων αυξάνονται – τουλάχιστον – στοιχειωδώς ούτε οι εξουσίες των οργάνων τους ενισχύονται. Και το παλιό σύστημα προέβλεπε την πάγια προκαταβολή ή την κατανομή των έργων ανά Κοινότητα ή το δικαίωμα ψήφου των Προέδρων τους.
Η αποκέντρωση, εξακολουθεί να επαφίεται στην βούληση των Δημοτικών Συμβουλίων, όπως γίνεται περίπου τέσσερις δεκαετίες τώρα, από το 1982 όταν θεσπίστηκαν τα όργανα της Δημοτικής Αποκέντρωσης και οι Θεσμοί Λαϊκής Συμμετοχής. Τώρα βέβαια η πολιτική αυτονομία θα ενισχύει την ανεξάρτητη φωνή των αιρετών των Κοινοτήτων αλλά πάλι θα μείνουν χωρίς εξουσία και χωρίς πόρους. Η επιλογή του νομοθέτη είναι διαχρονικά σωστή. Παντού και πάντοτε τα όργανα της Δημοτικής Αποκέντρωσης είναι θεσμοί λαϊκής συμμετοχής και μεταφέρουν τα αιτήματα προς τη Δημοτική Αρχή και προς τα χωριά τις Αποφάσεις του Δήμου. Αυτή η ροή input αιτημάτων output αποφάσεων και δημοτικών πολιτικών αποτελεί την αποστολή και των Κοινοτήτων. Τίποτε περισσότερο. Άλλο εάν οι αιρετοί των Δήμων και των Κοινοτήτων δεν αντιλαμβάνονται πόσο σημαντική είναι αυτή η λειτουργία για την Τοπική Δημοκρατία και την απαξιώνουν στην πράξη.
Ως εκ τούτου θα ήταν ίσως προτιμότερο, από την στιγμή που η εκλογή των οργάνων των Κοινοτήτων αποσυνδέεται από την εκλογή των Δημοτικών Αρχών, οι δύο αυτές εκλογές να διεξάγονται σε διαφορετικό χρόνο. Η πρώτη Κυριακή του Μαρτίου του πρώτου έτους της δημοτικής περιόδου θα μπορούσε να είναι η ημερομηνία διεξαγωγής των Κοινοτικών Εκλογών με συνεργασία του Δήμου και του οικείου Πρωτοδικείου και με κάλυψη των δαπανών από τον Προϋπολογισμό του Δήμου, δεδομένης της απλότητας και του μικρού κόστους αυτών των εκλογών.
Η Κυβέρνηση και ο νομοθέτης αλλά και η Κεντρική Ένωση Δήμων πρέπει να προβληματιστούν και να απλοποιήσουν τις διαδικασίες μεταφέροντας τις Κοινοτικές Εκλογές όπως προτείνουμε τον Μάρτιο κάθε εναρκτήριου έτους της δημοτικής θητείας ενισχύοντας έτσι τον πολιτικό συμμετοχικό περιεχόμενο των κοινοτικών εκλογών σε αντιδιαστολή με τον πολιτικοδιοικητικό περιεχόμενο των δημοτικών εκλογών.

Δήμαρχοι και Περιφερειάρχες: η συνεργασία είναι μονόδρομος και ο ανταγωνισμός παγίδα.


Του Δημήτρη Ι. Κατσούλη



«Μεταξύ των δύο βαθμών τοπικής αυτοδιοίκησης δεν υφίστανται σχέσεις ελέγχου και ιεραρχίας, αλλά συνεργασίας και συναλληλίας, οι οποίες αναπτύσσονται βάσει του νόμου, κοινών συμφωνιών, καθώς και με το συντονισμό κοινών δράσεων» ορίζει το άρθρο 4 του ν.3852/2010.
Η σχέση των Δήμων με την Περιφέρεια δεν μπορεί να είναι όμοια με την σχέση τους με τον  Κρατικό Νομάρχη ή τον Κρατικό Περιφερειάρχη. Τα όργανα αυτά ακόμη και όταν λειτουργούσαν στο πλαίσιο του Δημοκρατικού Προγραμματισμού ήταν ταυτόχρονα όργανα εποπτείας επί των Δήμων και εκπροσωπούσαν την Κυβέρνηση η οποία στο πλαίσιο του υπερσυγκεντρωτικού κράτους να ελέγχει και να χειραγωγεί διαμέσου των χρηματοδοτήσεων τους ΟΤΑ.
Το πέρασμα του μεγαλύτερου μέρους των αρμοδιοτήτων του Κρατικού Περιφερειάρχη στους αιρετούς και κυρίως η ανάθεση της διοίκησης των Διαχειριστικών Αρχών των Περιφερειακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων (άρθρο 7 ν.4314/2014) επιτρέπει  στους αιρετούς Περιφερειάρχες να ασκούν την αποστολή τους με τον ίδιο τρόπο που, εκ της θέσεώς τους, ασκούσαν οι Κρατικοί Περιφερειάρχες. Σε αυτές τις όντως ακραίες αλλά πάντως υπαρκτές και συνήθεις πρακτικές ο Περιφερειάρχης φαίνεται να είναι εκείνος που έχει το μαχαίρι και το πεπόνι. Κόβει και μοιράζει όπως θέλει ευνοώντας ή «ρίχνοντας» ανάλογα με τα κριτήρια που ο καθένας αξιοποιεί.
 Εξάλλου οι Περιφερειακές Επιτροπές Αναπτυξιακού Σχεδιασμού ΕΣΠΑ για τους Δήμους που ιδρύθηκαν με το άρθρο 24Α του ν.4314/2014 δεν συγκροτήθηκαν ποτέ στην πράξη. Έργο τους ήταν να καλύψουν το κενό της συμμετοχής των Δήμων στον δημοκρατικό προγραμματισμό ως προς τον σχεδιασμό και την εφαρμογή των ΠΕΠ. Κανείς στην πρωτοβάθμια αυτοδιοίκηση δεν τόλμησε να προωθήσει την λειτουργία τους. Έτσι οι Δήμοι άφησαν το πεδίο ελεύθερο.

Η αρμοδιότητα για τον ΕΝΦΙΑ στους Δήμους δεν φέρνει την μεγάλη μεταρρύθμιση στην Αυτοδιοίκηση. Άλλος είναι ο δρόμος.




Του Δημήτρη Ι. Κατσούλη


Ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας με την εξαγγελία του περί μεταφοράς του ΕΝΦΙΑ στην Αυτοδιοίκηση πυροδότησε αντιπαραθέσεις σχετικά με την συνταγματικότητα και την σκοπιμότητα αυτού του μέτρου. Στη συνάντηση μάλιστα με το Διοικητικό Συμβούλιο της ΚΕΔΕ υπήρξε πιο διαφωτιστικός. Χαρακτηριστική η αποστροφή των θέσεων που διέρευσαν στον τύπο: «Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι μια τέτοια πρωτοβουλία ενδυναμώνει την αυτονομία, την ανταποδοτικότητα, τη διαφάνεια και τη λογοδοσία. Ο πολίτης μπορεί να αντιλαμβάνεται πολύ καλύτερα που πηγαίνουν τα χρήματα τα οποία ο ίδιος πληρώνει και ο αιρετός, βέβαια, λογοδοτεί και για τα έσοδα αλλά και για τις δαπάνες. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι με αυτό τον τρόπο ενδυναμώνεται η ίδια η πρόσβαση των πολιτών στα κέντρα λήψης των αποφάσεων».
Στον αντίλογο προκρίθηκε πέραν της  αντισυνταγματικότητας  και η επαύξηση των ανισοτήτων μεταξύ πλούσιων και πτωχών περιοχών. Το γεγονός μάλιστα ότι την θέση επικρότησαν γνωστοί «νεοφιλελεύθεροι» πολιτικοί και την απέκρουσαν γνωστοί «κρατιστές» αναδεικνύει την βαθύτερη, στρατηγικής σημασίας, προοπτική της.
Για να εξηγούμαστε:
Η πρόταση Μητσοτάκη ενώ εμπίπτει υπό προϋποθέσεις στους ορισμούς του άρθρου 102, παρ.5 Συντ  τελικά προσκρούει στην επιταγή του άρθρου 78, παρ. 4. Συντ.