Ο νέος Κώδικας βλάπτει σοβαρά την τοπική δημοκρατία. (Ι) Καταργείται η σύγκληση των Συμβουλίων με αίτημα του 1/3 των μελών τους.


 Του Δημήτρη Ι. Κατσούλη

Ο υπό διαβούλευση Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης, σύμφωνα με τους διαφημιστές του, αιρετούς και μέσα ενημέρωσης, είναι μία «σοβαρή» μεταρρύθμιση που ενισχύει την θέση της τοπικής αυτοδιοίκησης. Η εισαγωγή ενός απόλυτα πλειοψηφικού εκλογικού συστήματος ξένου με τον νομικοπολιτικό πολιτισμό μας, η δήθεν τακτοποίηση και στην ουσία απονεύρωση των αρμοδιοτήτων της τοπικής αυτοδιοίκησης, ειδικότερα στις Περιφέρειες, η διατήρηση επί τω χείρω όλων όσων οι αιρετοί της Αυτοδιοίκησης προσδοκούσαν να αλλάξουν προς όφελος της εύρυθμης λειτουργίας του θεσμού και της προσέγγισης του ευρωπαϊκού κεκτημένου της Αυτοδιοίκησης περνούν στο σκοτάδι πίσω από τα φώτα της κυβερνητικής προπαγάνδας ενός όντως με αυτό το περιεχόμενο αχρείαστου Κώδικα.

Τομές κάνει ο Κώδικας; Ασφαλώς αλλά όχι αυτές που ήταν αναγκαίες. Τομές στον περιορισμό της τοπικής δημοκρατίας, της διαφάνειας και της λογοδοσίας. Τομές στην περιχαράκωση της πολιτικοδιοικητικής αυτοτέλειας και της τοπικής αυτονομίας κατά την έννοια του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας.

Επί του παρόντος αναδεικνύουμε μία από αυτές:

Τουλάχιστον από τον Νόμο ΔΝΖ΄/1912 έως και σήμερα υπάρχει μία διάταξη που είναι μοχλός δημοκρατικής λειτουργίας των Συμβουλίων καθώς παρέχει την δυνατότητα στις μειοψηφίες να αναγκάσουν τις πλειοψηφίες να συζητούν θέματα που εκείνες θέλουν να αποφύγουν. Στο τέλος βέβαια δικαίως οι πλειοψηφίες είναι αυτές που αποφασίζουν.

Δημοτικές Κοινωνικές Δομές με Σταθερούς Επαρκείς Πόρους για την κάλυψη των συνολικών αναγκών φροντίδας και συμπερίληψης στις τοπικές κοινωνίες

Άρθρο του Δημήτρη Ι. Κατσούλη

Οι εργαζόμενοι στις κοινωνικές δομές των Δήμων διαμαρτύρονται ενόψει νομοθετικής πρωτοβουλίας της Κυβέρνησης που προμηνύει την συρρίκνωσή τους καθώς περιορίζει την χρηματοδότηση αποκλειστικά στα vouchers ενώ με το λεγόμενο Πανελλαδικό Μητρώο Προσωπικού ως δεξαμενή εργαζομένων επιχειρεί να οδηγήσει τις δομές και εν προκειμένω τους Παιδικούς και Βρεφονηπιακούς Σταθμούς στο ιδιωτικό τομέα καθώς οι Δήμοι θα δυσκολεύονται ή και θα αδυνατούν να καλύψουν μισθολογικά το προσωπικό που χρειάζονται για την εύρυθμη λειτουργία των δομών.

Η ιστορία του προγράμματος «Βοήθεια στο Σπίτι» φαίνεται ότι δεν δίδαξε παρότι σήμερα η τελική λύση της μονιμοποίησης των εργαζομένων του φαντάζει ως την μοναδικό διέξοδο για την κατοχύρωση της απασχόλησης στους Δήμους και εντέλει την διάσωση των δημοτικών κοινωνικών δομών.

Η κοινωνική φροντίδα από την δεκαετία του 90 και μετά υπήρξε ένα από τα πλέον επιτυχημένα πεδία παρέμβασης της τοπικής αυτοδιοίκησης. Η προσωρινή όντως χρηματοδότηση μέσω των ΕΣΠΑ διευκόλυνε την ανάπτυξη των δομών κυρίως  της φροντίδας της προσχολικής ηλικίας όπως άλλωστε και του προγράμματος Βοήθεια στο Σπίτι.

Την τελευταία δεκαετία, σε μεγαλύτερο βαθμό, αξιοποιώντας το σύστημα των vouchers από τα Κοινοτικά Προγράμματα η χρηματοδότηση των δομών βασίστηκε εν πολλοίς σε αυτά αλλά παράλληλα δόθηκε χώρος σε ιδιωτικές δομές οι οποίες ενθαρρύνθηκαν να ανταγωνιστούν τις δημοτικές.

Η συνέχιση αυτής της κατάστασης χωρίς να μεριμνήσουν οι Δήμοι για την διαχρονική κατοχύρωση της αρμοδιότητάς τους κυρίως μέσα από την ανάπτυξη των αναγκαίων δομών έτσι ώστε να καλύψουν τις ανάγκες των αντίστοιχων τοπικών κοινωνιών θα οδηγήσει στον περιορισμό τους και θα αφήσει τον μεγαλύτερο χώρο για την κάλυψη των αναγκών από τους ιδιωτικούς φορείς.

Οι Δήμοι οφείλουν να κατοχυρώσουν τον πρωταγωνιστικό τους ρόλο στην ίδρυση και λειτουργία δημοτικών  δομών κοινωνικής φροντίδας απαιτώντας από την Κυβέρνηση όχι μόνο την απόδοση της αρμοδιότητας χωρίς ανταγωνισμούς αλλά και την μεταφορά των αναγκαίων για την στελέχωση και λειτουργία των δομών πόρων. Το κοινωνικό κράτος σε επίπεδο κοινωνικής φροντίδας για την προσχολική ηλικία πρωτίστως αλλά και για τους ηλικιωμένους ανήκει στην αρμοδιότητα της Αυτοδιοίκησης σε όλα τα σύγχρονα κράτη. Στην Ελλάδα αμφισβητείται από την Κυβέρνηση και την Νέα Δημοκρατία.

Οι Δημοτικές Αρχές πρέπει να αντιμετωπίσουν με στοργή και αγωνιστικότητα  την προοπτική της αποκλειστικής παροχής υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας προς όφελος της συνοχής στις τοπικές τους κοινωνίες. Να διεκδικήσουν πόρους και να πάψουν να αρκούνται με ραθυμία στα vouchers που σύντομα θα στερέψουν. Η κοινωνική φροντίδα δεν είναι προσωρινή αλλά μόνιμη υποχρέωση των Δήμων συνυφασμένη άρρηκτα με τον σκληρό πυρήνα της νομικοπολιτικής τους υπόσταση.

Τέλος, οι εργαζόμενοι στις κοινωνικές δομές για αρκετά χρόνια προσφέρουν πολύτιμες υπηρεσίες χωρίς την χρονική σταθερότητα των μισθολογικών τους αποδοχών, όταν η ροή χρηματοδότησης δεν είναι τακτική. Τους οφείλεται η αναγνώριση και η στήριξη. Χωρίς αυτούς η κοινωνική πολιτική των Δήμων θα ήταν ανύπαρκτη. Η διαφύλαξη των θέσεων εργασίας δεν είναι μόνο δίκαιη αλλά και για τους Δήμους είναι ζωτικής σημασίας γιατί εάν αποδυναμωθούν οι κοινωνικές δομές σε συνδυασμό με την ένταξή τους στο όντως αδιανόητο Μητρώο ίσως οδηγηθούν στους ιδιωτικούς φορείς που ενθαρρύνονται να υποκαταστήσουν τους Δήμους.

 Συνεπώς η αλληλεγγύη και ο κοινός αγώνας εργαζομένων και αιρετών είναι καθοριστικός για να συνεχίσουν οι Δήμοι να παρέχουν ποιοτικές υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας και να ενισχυθεί ο ρόλος τους στην λειτουργία του κοινωνικού κράτος το οποίο μόνο ως αποκεντρωμένο, πλησιέστερα στον πολίτη μπορεί να υπάρξει.


Το Περιφερειακό Συμβουλιο επίκεντρο Δημοκρατικής Διακυβέρνησης

 

Δημήτρης Ι. Κατσούλης*


          Η Περιφέρεια είναι ένας σχεδόν νέος αυτοδιοικητικός θεσμός, έχει πορεία μόνο δέκα πέντε χρόνων. Στο διάστημα αυτό, παρότι θωρακίζεται από το συνταγματικό πλαίσιο της τοπικής αυτοδιοίκησης (άρθρο 102 Συντ) χωρίς καμία έκπτωση σε σχέση με την πρωτοβάθμια τοπική αυτοδιοίκηση και από τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας (ΕΧΤΑ) μετά την επέκταση της εφαρμογής του το 2018 (Ν.4555/2018) εντούτοις στην πράξη δεν έχει αποκτήσει την αντίστοιχη πολιτική διοικητική και θεσμική αυτονομία έτσι όπως καταστρώνεται ως «πολιτική-διοικητική αυτοτέλεια» στο Σύνταγμα ή ως τοπική αυτονομία στον ΕΧΤΑ. Αυτή την «αυτονομία» απαιτεί και το Κογκρέσο Δήμων και Περιφερειών του Συμβουλίου της Ευρώπης στην τελευταία (2025) έκθεσή του για την Τοπική Αυτοδιοίκηση στην Ελλάδα. Η αιρετή Περιφέρεια κινείται σε δύο ράγες: την κληρονομία της κρατικής νομαρχίας και Περιφέρειας που κληροδοτήθηκε από τις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις ως προς τις αρμοδιότητες και από την μηχανιστική υποκατάσταση του κρατικού Περιφερειάρχη από τον Αιρετό ως προς την Διαχείριση Των Ευρωπαϊκών Κοινοτικών Πόρων (ΕΣΠΑ).

Σχολικές Επιτροπές: Πρόταση για την επανασύστασή τους ως Συμμετοχικών Διαχειριστικών Οργάνων


 Του Δημήτρη Ι. Κατσούλη

Τις τελευταίες ημέρες ήρθε στο προσκήνιο το θέμα της κατάργησης των Σχολικών Επιτροπών. Οι Σχολικές Επιτροπές υπήρξαν για δεκαετίες νομικά πρόσωπα με τριμερή σύνθεση που διαχειρίζονταν τα ζητήματα των Σχολείων πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, Ακόμη παλαιότερα στην θέση τους ήταν οι λεγόμενες Σχολικές Εφορίες. Στην Σχολική Επιτροπή πρόεδρος οριζόταν συνήθως ένας Δημοτικός ή Κοινοτικός Σύμβουλος, μετείχαν δε ο Διευθυντής της Σχολικής Μονάδας και εκπρόσωπος του Συλλόγου Γονέων.

Το 2010 με το Ν. 3852/2010 (Πρόγραμμα Καλλικράτης) οι Σχολικές Επιτροπές καταργήθηκαν στο πλαίσιο της μείωσης των νομικών προσώπων !!! και αντικαταστάθηκαν από δύο νομικά πρόσωπα ένα για το σύνολο των Σχολείων της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και ένα για το σύνολο των Σχολείων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Η σύνθεσή τους ήταν ανάλογη των άλλων νομικών προσώπων του Δήμου και επιπλέον συμμετείχαν εκπρόσωποι των Διευθυντών και των Συλλόγων Γονέων. Αυτά τα νομικά πρόσωπα διαχειρίζονταν το σύνολο των χρηματοδοτήσεων που πηγαίνουν στους Δήμους για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών και των συντηρήσεων των Σχολείων. Τα δύο νομικά πρόσωπα ενώ διαχειριζόταν σημαντικό χρηματικό ποσό δεν είχαν προϋπολογισμό ενώ δεν τηρούσαν επαρκώς διαδικασίες διαφάνειας. Η συγκεντρωτική διαχείριση των χρηματοδοτήσεων τελικά δεν φαίνεται να επιτυγχάνει αποτελέσματα και «οικονομίες κλίμακας» αλλά ούτε αντιμετωπίζει άμεσα και αποτελεσματικά τις ανάγκες των Σχολείων. Βέβαια στα Σχολεία προβλέφθηκε και η ίδρυση του Σχολικού Συμβουλίου με σύνθεση αντίστοιχη της παλιάς Σχολικής Επιτροπής αλλά αυτό δεν είχε ρόλο στην οικονομική διαχείριση. Τα χρήματα ανά σχολική μονάδα όταν διανεμόταν για την κάλυψη των άμεσων λειτουργικών αναγκών τα διαχειριζόταν ο Διευθυντής του Σχολείου. Εξάλλου και όταν ίσχυαν οι παλιές τριμελείς Σχολικές Επιτροπές ο Διευθυντής κρατούσε τα οικονομικά και η Επιτροπή κατέθετε κάθε χρόνο απολογισμό στο Δημοτικό ή Κοινοτικό Συμβούλιο.

Πρόσφατα καταργήθηκαν και τα ενιαία ανά επίπεδο εκπαίδευσης νομικά πρόσωπα και η διαχείριση των χρηματοδοτήσεων των λειτουργικών δαπανών γίνεται απευθείας από τις Υπηρεσίες του Δήμου υπό την εποπτεία της Δημοτικής Επιτροπής Παιδείας.

Επί του θέματος αυτού η θέση- ΠΡΟΤΑΣΗ  είναι:

Προσχέδιο Κώδικα Αυτοδιοίκησης: Η κατηγοριοποίηση των αρμοδιοτήτων των ΟΤΑ σε κρατικές και τοπικές σε συνδυασμό με την απαρίθμησή τους εγείρει επιφυλάξεις

 

Του Δημήτρη Ι. Κατσούλη

Ο συντακτικός νομοθέτης καταστρώνει το πεδίο των αρμοδιοτήτων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ορίζοντάς τους ως αποκλειστικούς  φορείς της διοίκησης των τοπικών υποθέσεων. Συγκεκριμένα ορίζει ότι «η  διοίκηση  των  τοπικών  υποθέσεων  ανήκει  στους  οργανισμούς  τοπικής  αυτοδιοίκησης  πρώτου  και  δευτέρου  βαθμού.  Υπέρ  των  οργανισμών  τοπικής αυτοδιοίκησης συντρέχει το τεκμήριο αρμοδιότητας για τη διοίκηση  των τοπικών υποθέσεων». Σύμφωνα με την ως άνω επιταγή του άρθρου 102,  παρ.1 Συντ. όλες οι τοπικές υποθέσεις ανήκουν στους οργανισμούς τοπικής  αυτοδιοίκησης (στο   εξής   και:   ΟΤΑ).   Το   ζητούμενο   πάντως   είναι   ο  προσδιορισμός των τοπικών υποθέσεων.

Η προσαρμογή των δήμων και των περιφερειών στην κλιματική αλλαγή: η εκπόνηση του Ευρωπαϊκού σχεδίου προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή

 

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Περιφερειών 

O εισηγήτης της Γνωμοδότησης
Matteo Lepore
Δήμαρχος Μπολώνιας (RES) 

I.             ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

1.           Επικροτεί τη δηλωμένη πρόθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να αναληφθεί κατά το β’ εξάμηνο του 2026 μια ενωσιακή πρωτοβουλία για την ανθεκτικότητα στην κλιματική αλλαγή και τη διαχείριση κινδύνων. Τονίζει την ανάγκη προαγωγής της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή ως νέας αντίληψης περί κοινωνικής και οικονομικής αλλαγής, με τη συμμετοχή του συνόλου της κοινωνίας, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των τεχνικών αρμοδίων οργανισμών έτσι ώστε να ακολουθηθεί μια συνεπής, μετασχηματιστική και συντονισμένη προσέγγιση υπό άρτια πολυεπίπεδη διαχείριση, στην οποία θα λαμβάνονται υπόψη οι τοπικές ιδιαιτερότητες, κίνδυνοι και ευκαιρίες. Επισημαίνει ότι ο νομοθετικός χαρακτήρας της πρωτοβουλίας θα είναι ζωτικής σημασίας για τη νομοθετική ασφάλεια, τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και την έγκαιρη εφαρμογή των μέτρων για το κλίμα. Εισηγείται, επ’ αυτού, να τεθεί ένας στόχος σε επίπεδο ΕΕ ενόψει του 2050 όσον αφορά την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.