Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η Ισχυρή Περιφέρεια στην προοπτική της πραγμάτωσης του ευρωπαϊκού κεκτημένου της Πολυεπίπεδης Δημοκρατικής Διακυβέρνησης

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ


Τελευταία ενημέρωση: 10.5.2024

1.Εισαγωγή

Η Περιφέρεια, η περιφερειακή αυτοδιοίκηση, είναι εκ προοιμίου ο θεσμός όπου συναντάται η εφαρμογή της δημοκρατικής αρχής με την άσκηση των αναπτυξιακών πολιτικών που είτε ανήκουν ήδη στον κύκλο αρμοδιοτήτων της Περιφέρειας είτε προσδοκούμε ότι στο μέλλον θα επαυξηθούν και θα καταστήσουν τον θεσμό κατ΄εξοχήν πεδίο αναπτυξιακής διακυβέρνησης.

Η Περιφέρεια, ως θεσμός αυτοδιοίκησης προορίζεται να εξελιχθεί επίσης και σε πεδίο συμμετοχικής διακυβέρνησης των αναπτυξιακών πολιτικών. Αυτός ο ρόλος όμως δεν είναι a priori δεδομένος. Η Περιφέρεια, για την οποία θα γίνει εν συνεχεία λόγος, προϋποτίθεται ότι βρίσκεται στο επίκεντρο της πολυεπίπεδης δομής του Κράτους και λειτουργεί ως μέρος ενός συστήματος πολυεπίπεδης δημοκρατικής διακυβέρνησης. Σήμερα αυτός ο ρόλος δεν έχει κατακτηθεί.

Συνταγματική αναθεώρηση και Αυτοδιοίκηση


https://www.tanea.gr 

Του Γιώργου Πατούλη


Η συνταγματική αναθεώρηση είναι μια πολιτική διαδικασία ύψιστης σημασίας, η οποία οφείλει να ανταποκρίνεται στις διαχρονικές ανάγκες της χώρας κι όχι να υπηρετεί μικροκομματικές σκοπιμότητες, προκαλώντας άσκοπες πολιτικές αντιπαραθέσεις. Η διαδικασία για την αλλαγή του Συντάγματος, για να παράγει ωφέλιμα για τη χώρα και τους πολίτες αποτελέσματα, απαιτεί καταρχήν συναίνεση και ειλικρινή διάλογο μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων. Κι ασφαλώς δεν μπορεί ούτε να περιορίζεται σε ήσσονης σημασίας ζητήματα, αλλά ούτε και να γίνεται ερήμην της κοινωνίας.  Σε αυτήν την κρίσιμη για τη χώρα μας χρονική συγκυρία, είναι αναγκαίο να βρούμε τρόπους που θα μας επιτρέψουν να αντιμετωπίσουμε με μόνιμο τρόπο τα διαχρονικά προβλήματα που μας οδήγησαν στην κρίση. Ωστε να εξέλθουμε από αυτήν διαθέτοντας έναν σύγχρονο καταστατικό χάρτη που θα προωθεί την τοπική δημοκρατία, καθιστώντας το δημοκρατικό μας πολίτευμα ακόμη πιο δυνατό κι αντιπροσωπευτικό.
Θα προωθεί την τοπική ανάπτυξη, απελευθερώνοντας τις δημιουργικές δυνάμεις της πατρίδας μας από τον ασφυκτικό έλεγχο του γραφειοκρατικού του κεντρικού κράτους.
Θα δίνει μεγαλύτερες δυνατότητες αλλά και ευθύνες στις τοπικές κοινωνίες και στους θεσμικούς τους εκπροσώπους, να αποφασίζουν οι ίδιες για όσα τις αφορούν.
Θα ενισχύει τον έλεγχο και τη διαφάνεια στη λειτουργία του πολιτικού μας συστήματος, σε όλα τα επίπεδα διοίκησης.
Θα προωθεί την αποκέντρωση και την πολυεπίπεδη διακυβέρνηση, με βάση τις αρχές της εγγύτητας, της επικουρικότητας και της αποτελεσματικότητας.

«Κυβερνησιμότητα» και Δημοκρατία



 Tου Δημήτρη Ι. Κατσούλη

Η εισαγωγή της απλής αναλογικής στην Αυτοδιοίκηση και η συνακόλουθη εκλογή Συμβουλίων στα οποία ο Δήμαρχος ή ο Περιφερειάρχης δεν διαθέτει την πλειοψηφία  έφερε στο προσκήνιο την έννοια της «κυβερνησιμότητας», δηλαδή της δυνατότητας των ΟΤΑ να κυβερνηθούν. Η κυβερνησιμότητα προβλήθηκε ως «νομιμοποιημένο» αντίβαρο απέναντι στην «απονομιμοποιημένη» απλή αναλογική. Η πρόσφατη νομοθετική παρέμβαση της νέας Κυβέρνησης υπέρ της «κυβερνησιμότητας» των ΟΤΑ πέρασε ως ρεβάνς στην απλή αναλογική, ως πολιτικό απωθημένο. Στην μάχη των «απωθημένων» εξαρχής τάχθηκε κατά της απλής αναλογικής και ευλόγως υπέρ της «κυβερνησιμότητας» η ΚΕΔΕ και η ΕΝΠΕ.
Σε αυτή την διελκυστίνδα προφανώς ο κυρίαρχος συσχετισμός των πολιτικών δυνάμεων στο κεντρικό και τοπικό κράτος ίσως δεν επέτρεπε διαφορετική προσέγγιση.
Η προηγούμενη κυβέρνηση «έκαψε» την ορθή επιλογή της για την εισαγωγή της απλής αναλογικής με την ιδεοληπτική άρνησή της στη προσαρμογή του συστήματος διακυβέρνησης στα νέα δεδομένα που αναπόφευκτα θα πρόκυπταν στην σύνθεση των Συμβουλίων και εξαιτίας της ορθής επίσης επιλογής να εκλέγονται άμεσα ο Δήμαρχος και ο Περιφερειάρχης. Δεν πρέπει όμως να παραβλέπουμε ότι οι πρόνοιες του ν.4555/2018 επέτρεπαν την πλειοψηφία του Δημάρχου ή Περιφερειάρχη στις Επιτροπές. Συνεπώς η δυσαρμονία δεν θα είχε την έκταση που υπερβάλλοντας ισχυρίζονται οι μαχητές της «κυβερνησιμότητας».
Εν τούτοις, εκτός από τις κρίσιμες αλλαγές στο σύστημα διακυβέρνησης, αλλαγές που έτσι και αλλιώς είναι αναγκαίες, ανεξαρτήτως του εκλογικού συστήματος, ο νομοθέτης του Κλεισθένη 1 όφειλε να προνοήσει για την διαμόρφωση συνθηκών ομαλής διακυβέρνησης  αφήνοντας στην άκρη τις ιδεοληψίες περί ανόθευτης και άδολης αναλογικής η οποία έτσι και αλλιώς δεν μπορεί να εφαρμόζεται σε πολιτικοδιοικητικούς θεσμούς παρά μόνο στους συλλόγους και στα σωματεία.

Περιφερειακές Εκλογές και πολιτική αυτονομία.




Του Δημήτρη Ι. Κατσούλη

Το θεσμικό περιβάλλον των εκλογών του προσεχούς Μαίου αλληλοεπηρεάζεται με το ρευστό και συνάμα πολωτικό πολιτικό περιβάλλον. Οι τετραπλές τουλάχιστον εάν όχι πενταπλές κάλπες  δεν θα δυσχεράνουν μόνο τη  διαδικασία και θα ταλαιπωρήσουν εκλογείς και εφορευτικές επιτροπές αλλά κυρίως θα θολώσουν και θα μπλέξουν τα πολιτικά διακυβεύματα τα οποία σε καμία περίπτωση δεν είναι ούτε απλά ούτε ενιαία.
Η «μπουγάδα» των πολιτικών διακυβευμάτων και συνακόλουθα η ασάφεια και η παραπλάνηση που θα τα συνοδεύσει μπορεί να διευκολύνουν τους κομματικούς σχεδιασμούς ιδίως των μονομάχων της διπολικής πόλωσης αλλά σε καμία περίπτωση δεν διευκολύνει ούτε συμφέρει τους πολίτες, την οργανωμένη σε εκλογικά σώματα, κοινωνία.
Σε αυτή την κρίσιμη για το μέλλον της Ευρώπης και των λαών της εκλογή των μελών του Ευρωκοινοβουλίου προέχει κυρίως η σαφής τοποθέτηση του πολίτη απέναντι στο μείζον υπαρξιακό δίλλημα της Ευρώπης. Θα συνεχίσει με δυσκολία να αναζητά τη διόρθωση των λαθών της για να παραμείνει το κοινό σπίτι των λαών της με Δημοκρατία, Κοινωνική Αλληλεγγύη και Ανάπτυξη ή θα γίνει βορρά στις ακραίες δυνάμεις του Αντιευρωπαϊσμού που μας γυρίζουν εξήντα και πλέον πίσω;  Σε αυτή την μείζονα αντίθεση συστοιχίζονται οι επιμέρους ιδεολογικοπολιτικές αντιθέσεις των πολιτικών δυνάμεων της Ευρώπης  μέρος  των οποίων είναι τα κόμματα του λεγόμενου ευρωπαϊκού δημοκρατικού τόξου στα οποία περιλαμβάνονται και οι δύο φερόμενοι ως πόλοι του  νέου ελληνικού διπολισμού. Συνεπώς ο πολιτικός διάλογος για την Ευρώπη δεν μπορεί να γίνεται είτε με όρους της εγχώριας πόλωσης ή να παραμείνει στην άκρη διότι από την κρίση των λαών της Ευρώπης στις κάλπες του Ευρωκοινοβουλίου θα διακυβευθούν τα σημαντικότερα ζητήματα και για την πορεία της χώρας μας.

Κώλυματα και ασυμβίβαστα στον «Κλεισθένη 1»


Του Δημήτρη Ι. Κατσούλη

Το απόλυτο κώλυμα επεκτείνεται για πρώτη φορά στους Ειδικούς Συμβούλους, Ειδικούς Συνεργάτες και Επιστημονικούς Συμβούλους των Δημάρχων και των Περιφερειαρχών καθώς και στους δικηγόρους με πάγια αντιμισθία των δήμων και περιφερειών.Η επιλογή αυτή είναι παντελώς αδικαιολόγητη και αβάσιμη και εάν δεν είναι αποτέλεσμα άγνοιας των συντακτών της διάταξης μάλλον είναι προϊόν εμμονής που παραβιάζει τον κανόνα που ίσχυε γενικώς για τους μετακλητούς υπαλλήλους. Εν τω μεταξύ οι Σύμβουλοι και Συνεργάτες των αιρετών δεν ασκούν διοίκηση παρά μόνο παρέχουν συμβουλευτική υποστήριξη. Με τη διάταξη αυτή στελέχη με γνώση στην αυτοδιοίκηση και στη διοίκηση αποκλείονται από το σύστημα διακυβέρνησης γεγονός που υποβαθμίζει ακόμη περισσότερο το πολιτικό προσωπικό των ΟΤΑ την ίδια στιγμή που δεν αγγίζεται το όριο θητειών.
Η συγκεκριμένη επιλογή πρέπει να εγκαταληφθεί πάραυτα.
Γενικότερα τα κωλύματα και τα ασυμβίβαστα είναι χρήσιμο να τεθούν σε ενδελεχή επεξεργασία, να εκσυγχρονιστούν και να υπηρετούν τον στόχο της ενίσχυσης της τοπικής δημοκρατίας με τον μη περιορισμό των πολιτικών δικαιωμάτων παράλληλα όμως με την ενίσχυση της λογοδοσίας και της πολιτικής ευθύνης των αιρετών.

Ολόκληρο το άρθρο στη συνέχεια:

Άστοχη η κατηγοριοποίηση των Δήμων κατά το άρθρο 1 του Νομοσχεδίου του ΥΠΕΣ


Το Νομοσχέδιο του Υπουργείου Εσωτερικών για το Πρόγραμμα «Κλεισθένης Ι» επιχειρεί να θεσμοθετήσει την κατηγοριοποίηση των Δήμων. Συγκεκριμένα το Άρθρο 1 του Νομοσχεδίου ορίζει ότι «1.  Οι δήμοι, με βάση τον πληθυσμό τους, τα ιδιαίτερα γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά τους, τα βασικά χαρακτηριστικά της οικονομικής δραστηριότητας εντός των ορίων τους, το βαθμό αστικοποίησής τους, την ένταξή τους ή μη σε ευρύτερα πολεοδομικά συγκροτήματα μητροπολιτικού χαρακτήρα και τη θέση τους στη διοικητική διαίρεση της χώρας, διακρίνονται στις εξής κατηγορίες:

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ "ΚΛΕΙΣΘΕΝΗΣ Ι" "Ωδινεν όρος και έτεκεν μυν"





Η Κυβέρνηση έδωσε στη δημοσιότητα το πολυσυζητημένο νομοσχέδιο για τις αλλαγές στο εκλογικό σύστημα των αυτοδιοικητικών εκλογών  και την καθιέρωση της απλής αναλογικής.

Το πρώτο μέρος του νομοσχεδίου αναφέρεται στο «Πρόγραμμα Κλεισθένης Ι» με τον υπότιτλο ««Μεταρρύθμιση του θεσμικού πλαισίου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης – Εμβάθυνση της Δημοκρατίας – Ενίσχυση της Συμμετοχής – Βελτίωση της οικονομικής και αναπτυξιακής λειτουργίας των ΟΤΑ». Το Σχέδιο Νόμου περιλαμβάνει επίσης το  δεύτερο μέρος όπου παρατίθεται το επίσης πολυσυζητημένο νομοσχέδιο για τους ΦΟΔΣΑ και στο Τρίτο μέρος ρυθμίζονται ζητήματα αρμοδιοτήτων των Αποκεντρωμένων Διοικήσεως και ειδικότερα των υπηρεσιών Ιθαγένεια.
Το ιστολόγιό μας ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ» θα δημοσιεύσει ανά Κεφάλαιο Σχολιασμό και κριτική στο Σχέδιο Νόμου, μετέχοντας  έτσι στη διαβούλευση που ολοκληρώνεται στις 14 Μαίου 2018. Η βάση του σχολιασμού και της κριτικής αντλείται από το έργο του Δημήτρη Κατσούλη «ΤΟΜΕΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ» (http://tetradioaftodioikisis.blogspot.gr/2018/01/httponline.html)το οποίο πραγματεύεται – σε "προγενέστερο χρόνο» όλα όσα «φιλοδοξεί» να αλλάξει με το Σχέδιο Νόμου η Κυβέρνηση.

Για μια προοδευτική διακυβέρνηση στην Περιφέρεια και τον δήμο



Περί «Κλεισθένη Ι»: Οι κυοφορούμενες αλλαγές είναι ανεπαρκείς και δεν αναβαθμίζουν ουσιαστικά την Αυτοδιοίκηση

Του Κωστή Σιμιτσή*
Αναδημοσίευση απόhttp://www.kavalapost.gr

Η Αυτοδιοίκηση τα τελευταία χρόνια έχει αποδείξει πως είναι ο πιο επιτυχημένος θεσμός του Κράτους. Βοήθησε την κοινωνική συνοχή, αποκατέστησε τοπικές ισορροπίες, αξιοποίησε πόρους εθνικούς και ευρωπαϊκούς. Κράτησε  όρθια τη χώρα τη δύσκολη εποχή της κρίσης και των Μνημονίων. Οποιαδήποτε προσπάθεια να βελτιωθεί κι άλλο η λειτουργία της είναι επιθυμητή όσο και αναγκαία.
Η μεγάλη θεσμική μεταρρύθμιση που ξεκίνησε με τον «Καποδίστρια» (ν. 2539/1997) και προχώρησε με τον «Καλλικράτη» (ν. 3852/2010) δεν έχει ολοκληρωθεί. Ο νομοθέτης εγκλωβίστηκε στην οικονομική κρίση, στην παθητική υπακοή προς τις εντολές των δανειστών, στην παραλυσία μπροστά σε επιλογές βαρύνουσας σημασίας. Και τώρα τελευταία φαίνεται πως παγιδεύεται ανάμεσα σε πολιτικά ιδιοτελείς σχεδιασμούς και σε ανώριμους πολιτικούς στόχους. Δεν εξηγούνται διαφορετικά η κρυψίνοια και οι διαρροές πληροφοριών με το σταγονόμετρο.

Προτάσεις για άμεσα επιβαλλόμενες βελτιώσεις στο Πρόγραμμα "Καλλικράτης"



Πάρις Μουτσινάς πρ. Δήμαρχος Ιωλκού, πρ. Βουλευτής

Οι προσδοκίες τις οποίες δημιούργησε το πρόγραμμα «Καλλικράτης» επαληθεύτηκαν σε πολύ μικρό βαθμό, αφού υπηρέτησε πιστά την δημοσιονομική προσαρμογή των ΟΤΑ στην οικονομική κρίση και ελάχιστα την αναβάθμιση της λειτουργίας των αυτοδιοικητικών θεσμών και της περιφερειακής ανάπτυξης.
Ο νόμος που σχεδίασε ο κ. Ραγκούσης και ψήφισε η Κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου και φιλοδοξούσε να αλλάξει ριζικά την αρχιτεκτονική δομή των ΟΤΑ και του διοικητικού χάρτη της χώρας, αποδείχτηκε τελικά πολύ κατώτερος των προσδοκιών μιας αναγκαίας τολμηρής μεταρρύθμισης. Μιας μεταρρύθμισης που θα ξεπερνά τις κομματικές γραμμές, την κρατική γραφειοκρατία και τα συμφέροντά της. Το εγχείρημα σχεδιάστηκε πρόχειρα χωρίς τον απαιτούμενο χρόνο για ουσιαστική κοινωνική και αυτοδιοικητική διαβούλευση, ούτε καν με τον καθ’ ύλη αρμόδιο φορέα, την ΚΕΔΚΕ .

Δεν χειραφετούν την Αυτοδιοίκηση οι θεσμικές αλλαγές που προανήγγειλε η Κυβέρνηση.



Του Δημήτρη Ι. Κατσούλη

Διαβάζοντας τα κύρια σημεία της ομιλίας του Υπουργού Εσωτερικών κ. Πάνου Σκουρλέτη στο συνέδριο της ΚΕΔΕ σχετικά με τις «τολμηρές αλλαγές στη τοπική αυτοδιοίκηση και τη θέσπιση της απλής αναλογικής»  σκέφθηκα πόσο δίκιο είχα όταν σχολίαζα την προ οκτώ και πλέον μηνών την  Πρόταση του Υπουργείου Εσωτερικών για την μεταρρύθμιση στην τοπική αυτοδιοίκηση με την ρήση «ώδινεν όρος και έτεκεν μυν» (Η Πρόταση του Υπουργείου Εσωτερικών για τις αρμοδιότητες και τα διάφορα «μοντέλα» των ΟΤΑ: «Ώδινεν όρος και έτεκεν μυν» http://tetradioaftodioikisis.blogspot.gr/2017/03/blog-post_25.html ) καθόσον η επί έτη πλέον κυοφορούμενη «αλλαγή ή – άλλοτε- κατάργηση – του Καλλικράτη» καταλήγει σε αποσπασματικές αλλαγές που σχεδόν καμία από αυτές δεν θα κερδίσει τον τίτλο της «ριζοσπαστικής» ενώ απέχουν πολύ από το πλαίσιο της προοδευτικής μεταρρύθμισης που έχει ανάγκη η χώρα.  Αντίθετα είναι αλλαγές  προς τα πίσω, αλλαγές  συντηρητικές και -ακόμη χειρότερα- συντεχνιακές.

Πρόταση για ένα νέο δημοκρατικό σύστημα περιφερειακής αυτοδιοίκησης

Του Δημήτρη Κατσούλη

Μία από τις πολλές παθογένειες του πολιτικού και θεσμικού πολιτισμού μας είναι η απέχθεια προς την πραγματική και σε βάθος αξιολόγηση των θεσμών και των μεταρρυθμίσεων που κατά καιρούς έχουν συντελεστεί. Ως προς την αυτοδιοίκηση η παθογένεια αυτή εντείνεται και από την σχεδόν διαχρονική συνήθεια του πολιτικού προσωπικού να αρνείται να εμπεδώσει αλλαγές που επηρεάζουν τον σκληρό πυρήνα της εξουσίας του και να επιχειρεί να διατηρήσει κεκτημένα εξουσίας κατά τρόπο συντηρητικό και αντιμεταρρυθμιστικό.
Πρόσφατο χαρακτηριστικό παράδειγμα η δημόσια παρέμβαση 41 τοπικών (χωρικών) αντιπεριφερειαρχών οι οποίοι σχεδόν προτείνουν την επιστροφή στο παρελθόν με την ανασύσταση των νομαρχιών και την επαναφορά των αιρετών νομαρχών διαλύοντας έτσι την Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση στο βωμό προδήλως της «συντεχνιακής» απόκτησης μεριδίου εξουσίας και θεσμικής οντότητας που ο νομοθέτης δεν τους αναγνώρισε με τη συγκρότηση των Περιφερειών. Ανάλογο αίτημα θα μπορούσαν να αρθρώσουν οι τοπικοί αντιδήμαρχοι ή αρθρώνουν ήδη οι πρόεδροι των τοπικών κοινοτήτων. Η αγωνία των αιρετών με λογική μάλιστα συντηρητικής οπισθοδρόμησης και ανακύκλωσης στην παρακμιακή πολιτική πραγματικότητα δεν μπορεί να έχει μερίδιο στο ώριμο αίτημα των καιρών για  την ενδυνάμωση της περιφερειακής διακυβέρνησης και την ενίσχυση των δομικών της στοιχείων στο πλαίσιο της αναγκαίας προοδευτικής μεταρρύθμισης για πολυεπίπεδη δημοκρατική διακυβέρνησης με Επιτελικό Κράτος και τολμηρή αποκέντρωση σε Περιφέρειες και Δήμους.

Λάμπρος Μίχος: Ένα ρωμαλέο Αυτοδιοικητικό Κίνημα απαιτούν οι καιροί.


Χαιρετισμός στην Ημερίδα «Τολμηρή Αποκέντρωση Ισχυρή Αυτοδιοίκηση. Αθήνα 5 Μαίου 2017 (Διοργάνωση: Δίκτυο Αυτοδιοίκησης Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών )

Πρώτα να εκφράσω πριν από όλα τη χαρά για την συμμετοχή σας , όσους βοήθησαν να πετύχει, ιδίως τους εισηγητές που πολύ πρόθυμα ανταποκρίθηκαν και εξαιρετικά τον Πρόεδρο που πιστεύει πολύ στο θεσμό της Αυτοδιοίκησης και μας ενθάρρυνε ιδιαιτέρως να σκύψουμε σοβαρά στο θέμα ανοίγοντας ένα ουσιαστικό διάλογο.
Ξέρουμε τη σημερινή έλλειψη αξιοπιστίας του δημόσιου λόγου και την περιορισμένη σημασία που έχει όχι άδικα, στη δημόσια σφαίρα. Εννοούμε όμως αυτή την εκδήλωση ως μια πολύ χρήσιμη και απαραίτητη εκκίνηση για να αναδειχθεί ο ρόλος της Αυτοδιοίκησης στη Δημοκρατική ανασύνταξη του κράτους, και όχι μόνο να αναδειχθεί αλλά και να αναληφθεί πρωτοβουλία από τους αιρετούς αυτοδιοικητικούς να κινητοποιήσουν και να εμπνεύσουν την κοινωνία για αυτό.
Αυτοί διαθέτουν το μοναδικό πλεονέκτημα και προνόμιο να συναναστρέφονται την κοινωνία και να μιλάνε με το λαό.
Πώς θα σπάσει το κλειστό κύκλωμα εξουσίας και συμφερόντων που οδηγεί σε ολοένα και μεγαλύτερη απόγνωση το λαό?
Πώς θα διακοπεί η ασυδοσία του ιδιωτικού κεφαλαίου και του κέρδους που καταβροχθίζει βουλιμικά τον πλούτο της πατρίδας μας καθώς προκλητικά αγνοείται ο ρόλος και ο λόγος της αυτοδιοίκησης στην όποια αναπτυξιακή διαδικασία; Επιτρέψτε μου Να μη θέλω να αποδεχθώ την περιορισμένη ευθύνη του αιρετού αυτοδιοικητικού, μπροστά στις αδιέξοδες και βλαπτικές για τον τόπο και τους πολίτες πολιτικές.
Νομίζω και η κοινωνία το θέλει και οι καιροί και οι συνθήκες το απαιτούν:
Ένα ρωμαλέο Αυτοδιοικητικό Κίνημα με επίγνωση της λαϊκής του νομιμοποίησης, της ισχύος του και του ιστορικού του προορισμού.
Ένα κίνημα που να αντιστέκεται στην ετσιθελική υποταγή των θεσμών της αυτοδιοίκησης και της αποκέντρωσης στο σύστημα επιρροής της εκτελεστικής εξουσίας.
Σε αυτή την κρίσιμη καμπή της Νεοελληνικής Ιστορίας οι αυτοδιοικητικοί δεν πρέπει να καταστούν μοιραίοι. Αρκετά είναι τα πρόθυμα ΝΑΙ που αλόγιστα προσφέρθηκαν στην Κεντρική εξουσία και που τραυμάτισαν ήδη αρκετά το κύρος του θεσμού.
Δεν θέλει ο κόσμος να βλέπει τους εκπροσώπους του να εξαντλούν τη δράση τους σε ένα κύκλο φιλοφρονήσεων και σε μάχες οπισθοφυλακής για τη διεκδίκηση ψιχίων.
Έτσι εξασφαλίζονται καλές δημόσιες σχέσεις αλλά ταυτόχρονα συνειδητά ή ασυνείδητα όσοι το επιλέγουν συμβάλλουν στην ακινησία, στην παρακμή και στην απαξίωση του θεσμού και των λειτουργών του.
Οι κοινωνίες που αγωνιούν για το μέλλον τους, οι πόλεις που πάλλονται ασυμβίβαστες με τη μοίρα τους θέλουν Δημάρχους οραματιστές και δημιουργούς, Δημάρχους με τόλμη και επίγνωση, Δημάρχους πρωταγωνιστές στα σύγχρονα προβλήματα, της φτώχειας, των ανθρώπινων δικαιωμάτων της καταρράκωσης των θεσμών και ταυτόχρονα και απαραίτητα Δημάρχους με ήθος με διαφάνεια με λογοδοσία.

Με αυτές τις αρχές προσδιόρισε τον ιστορικό βηματισμό του το Αυτοδιοικητικό κίνημα και με αυτές τις αρχές θα κινηθεί στα νέα του καθήκοντα.   

Να καταργηθούν οι Αποκεντρωμένες Διοικήσεις

Του Δημήτρη Ι. Κατσούλη
Η συζήτηση – στο μέτρο που διεξάγεται- για τις μεταρρυθμίσεις στη τοπική αυτοδιοίκηση εφόσον δεν είναι αποσπασματική και προσχηματική δεν μπορεί παρά να είναι μία συζήτηση για την μεταρρύθμιση στο Κράτος δηλαδή στο σύνολο του πολιτικού και διοικητικού συστήματος.
Κατά την άποψή μας οι μεταρρυθμίσεις στην Αυτοδιοίκηση    πρέπει να έχουν στο επίκεντρο το τέλος του πλέον συγκεντρωτικού κράτους στην Ευρώπη και το πέρασμα σε μία νέα Πολυεπίπεδη Δημοκρατική Πολιτεία βασισμένη στην βαθιά αποκέντρωση της δημόσιας εξουσίας προς τα κάτω, προς τον πολίτη και τις τοπικές κοινωνίες. Η πολυεπίπεδη δημοκρατική διακυβέρνηση να βασίζεται στο Επιτελικό κεντρικό Κράτος, στις Περιφέρειες και τους Δήμους εφαρμόζοντας για την κατανομή της δημόσιας εξουσίας τις αρχές της εγγύτητας προς τον πολίτη και της επικουρικότητας.
Η εμπειρία των μεταρρυθμίσεων που προηγήθηκαν την δεκαετία του 80, η ίδρυση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, το Πρόγραμμα «Ιωάννης Καποδίστριας», το «Πρόγραμμα Καλλικράτης»  ανέδειξε, ως αχίλλειο πτέρνα της ουσιαστικής αποκέντρωσης, την αδυναμία των δομικών και χωρικών αλλαγών να σπάσουν τον απόρθητο κάστρο του συγκεντρωτισμού. Οι αλλαγές στις δομές και στις χωρικές ενότητες, η δημιουργία αυτοδιοικητικών υποκειμένων με έκταση και πληθυσμό που υπερβαίνει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, δεν αρκεί για να οδηγήσει στη πολυεπίπεδη διακυβέρνηση με αποκέντρωση και ισχυρή αυτοδιοίκηση.
Απαιτείται ριζική τομή στο κέντρο του Κράτους. Να σπάσει ο σκληρός συγκεντρωτισμός των Υπουργείων και οι συγκεντρωτικές αποφύσεις στην περιφέρειά τους. Χρειάζεται ουσιαστικά ένα νέο κτίσιμο από τα θεμέλια. Ένα νέο Κράτος με Επιτελικά Υπουργεία και αποκέντρωση όλων των δημόσιων πολιτικών ως προς την εφαρμογή τους στις Περιφέρειες και τους Δήμους. Τούτο σημαίνει συνεκτικό σχέδιο αποκέντρωσης αρμοδιοτήτων πόρων και ανθρώπινου δυναμικού με χρονοδιάγραμμα, επιχειρησιακό πρόγραμμα, με αρχή, μέση και τέλος. Χρειάζεται γιαυτό ισχυρή και αμετακίνητη πολιτική βούληση από την Κυβέρνηση που θα το επιχειρήσει, πλατύτερη ίσως συναίνεση και αταλάντευτη επιμονή. Αυτό όμως πρέπει να γίνει προκειμένου η Ελλάδα να αποκτήσει το Κράτος που της χρειάζεται για να αναγεννηθεί.
Σε αυτό το εγχείρημα θα υπάρξουν αντιστάσεις από όλες εκείνες τις δυνάμεις που εκτρέφονται από τον συγκεντρωτισμό ή επαναπαύονται στην συγκεντρωτική στασιμότητα. Δεν είναι λίγες, δεν είναι ανίσχυρες, είναι πολλές και ποικίλες. Αλλά καμία μεγάλη Αλλαγή δεν γίνεται χωρίς μάχες.
Στην «αρχιτεκτονική» της Πολυεπίπεδης Δημοκρατικής Πολιτείας δεν χρειάζεται και δεν έχει θέση το «αποκεντρωμένο κεντρικό κράτος» δηλαδή οι Αποκεντρωμένες Διοικήσεις. Οι αρμοδιότητες όταν δεν είναι επιτελικές εθνικού επιπέδου περνάνε στις Περιφέρειες και στους Δήμους. Ήδη σήμερα οι Αποκεντρωμένες Διοικήσεις πέρα από δίαυλο χειραγώγησης της Αυτοδιοίκησης λειτουργούν και ως ανάχωμα σε όσες σημαντικές τομές επιχείρησε το Πρόγραμμα «Καλλικράτης» όπως η θέσπιση του Ελεγκτή Νομιμότητας και της Αυτοτελούς Υπηρεσίας Νομιμότητας που παραμένουν ακόμη στα «αζήτητα» διαιωνίζοντας την κρατική εποπτεία διαμέσου των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων.
Βεβαίως  υπάρχουν πολλές αντιδράσεις από την συγκεντρωτική κουλτούρα των Υπουργείων αλλά και τους ίδιους τους εργαζόμενους διότι η Αποκέντρωση φέρνει αλλαγές που τις φοβούνται. Με τις αντιστάσεις αυτές η «σκληρή»  πολιτική βούληση της Αλλαγής πρέπει να αναμετρηθεί και να τις αντιμετωπίσει.

Όπως έχουμε υποστηρίξει προ πολλού η κατάργηση των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων είναι ένα σημαντικό βήμα προς την ενίσχυση της αποκέντρωσης με ισχυρή τοπική αυτοδιοίκηση αρκεί ασφαλώς να είναι μία κίνηση σε ένα συνολικό συνεκτικό σχέδιο προς την ουσιαστική πολυεπίπεδη δημοκρατική διακυβέρνηση.

Η Αυτο-Διοίκηση: σύγχρονη «ματιά»

Του Φώτη Λαμπρινίδη*

Αναδημοσίευση από:  http://www.aftodioikisi.gr


Η «Καλλικρατική» περίοδος των Δήμων, σε συνθήκες παρατεταμένης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, ανέδειξε και την κρίση εκπροσώπησης συγκεκριμένων κοινωνικών στρωμάτων και αιτημάτων εκ μέρους των αυτοδιοικητικών θεσμών και των ανθρώπων τους. Δεν είναι καιρός να «σφυρίζουμε» αδιάφορα….
Εξάλλου, οι προοδευτικές αλλαγές που απαιτούνται, από τη δική μας πλευρά έχουν «συγκεκριμένη φόρτιση», σαφή κοινωνικο-πολιτική στόχευση, που εκκινεί από συγκεκριμένο σύστημα αρχών και αξιών (Γ.Σωτηρέλης).
H Aυτοδιοίκηση για εμάς, η Αυτο-διοίκηση, έχει «διττό» χαρακτήρα: είναι ταυτόχρονα Θεσμός και Κίνημα, δεν το ξεχνάμε! Οι αιρετοί κάποιες στιγμές αντιμετωπίζουμε τις προκλήσεις όπως η υπαλληλία ενός οργανισμού, όχι ως εκφραστές αιτημάτων και ταυτοτήτων.
Θα συμφωνήσουμε με την άποψη ότι ο «Καλλικράτης», ενώ εισήγαγε αρχές της Δημοτικής Διακυβέρνησης που ενισχύουν τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και τη συμμετοχή, ο ίδιος δημιούργησε τις οργανωτικές και λειτουργικές προϋποθέσεις, για να απομακρύνει ακόμη περισσότερο τον πολίτη από το Δήμο και τα κοινά (Kατσούλης).
Εκεί εστιάζουμε, λοιπόν: στην ανάπτυξη και την αποτελεσματικότητα της Τοπικής Δημοκρατίας, και στους τρεις πυλώνες της: περιεχόμενο της τοπικής εξουσίας, σύστημα διακυβέρνησης και κοινωνία των πολιτών.
Παράδειγμα, οι Τοπικές και Δημοτικές Κοινότητες. Η ΚΕΔΕ ούτε καν αξιολογεί την παρουσία τους! Υπήρξαν; Υπάρχουν; Χρειάζονται στην επόμενη μέρα; Στο όνομα μάλιστα της αντιμετώπισης μιας γραφειοκρατικής και χρονοβόρας διαδικασίας, προτείνει την ουσιαστική κατάργησή τους!
Για τις προοδευτικές αυτοδιοικητικές δυνάμεις, η ιεράρχηση πρέπει να είναι αντίστροφη: Ανάδειξη της Τοπικότητας, της τοπικής Ηγεσίας, της Συμμετοχής. Υλοποίηση όλων των Καλλικρατικών προβλέψεων! Ανάδειξη νέων στοιχείων, όπως ο συμμετοχικός προϋπολογισμός και η καθιέρωση δομών στους Οργανισμούς, όπως τα «Πολυδύναμα» Κέντρα Υπηρεσιών, εξακτινωμένα στις δημοτικές ενότητες.
Υπό το ίδιο πρίσμα, της αποτελεσματικότητας στο σύστημα Τοπικής Δημοκρατίας, πρέπει να προσεγγίσουμε και το ζήτημα των αλλαγών στο εκλογικό σύστημα. Προφανώς, η ανάγκη μεταρρυθμίσεων στην αυτοδιοίκηση δεν εξαντλείται με έναν εκλογικό νόμο, όμως με αυτό ακριβώς το πρόσχημα δεν μπορεί να παρακάμπτεται η αντιμετώπισή του! Πολύ δε περισσότερο, η εμμονή στο ισχύον αναχρονιστικό, σχεδόν πλειοψηφικό. Οι πολιτικές και αυτοδιοικητικές δυνάμεις που «ομνύουν» στην τοπική δημοκρατία, απαιτείται να θέσουν την πρότασή τους: τη θέσπιση αναλογικού εκλογικού συστήματος. Οι προβλέψεις του πρέπει να διασφαλίζουν τόσο -και κυρίως- τις πιθανές προγραμματικές συγκλίσεις σε τοπικό επίπεδο, όσο και την αποτελεσματικότητα στην εκτελεστική λειτουργία, την «κυβερνησιμότητα». Οι τεχνικές εφαρμογής έπονται, αρκεί να συμφωνήσουμε σ’ αυτό.
Μια κρίσιμη πτυχή είναι η δεσμευτική και αυστηρή τήρηση των συμμετοχικών διαδικασιών, η ανάδειξη των πολιτών στο «δημοτικό γίγνεσθαι». Οι δυνατότητες αυτές, μάλιστα, πρέπει να κορυφώνονται έως και τις εναλλακτικές μορφές «νομοθετικών» πρωτοβουλιών από την Τοπική Αυτοδιοίκηση (διευρυμένες κανονιστικές αρμοδιότητες), όπως ισχύει στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τα παραδείγματα είναι ενδεικτικά του πώς θα μπορούσε να κινηθεί ο προοδευτικός χώρος  στην Αυτοδιοίκηση. Στα χρόνια της κρίσης, ο θεσμός  ανταποκρίθηκε στην κοινωνική αποστολή του, ως αποτέλεσμα της εγγύτητας με την κοινωνία. Σήμερα, αναζητά τον αναβαθμισμένο ρόλο του, όπως επιτάσσουν και οι διεθνείς τάσεις, ρόλο που πρέπει να διεκδικήσει. Αυτό απαιτεί σύγχρονο πλαίσιο αιτημάτων για την αναβάθμιση της Συμμετοχής και της Τοπικής Δημοκρατίας. Στην Ελλάδα αυτό είναι και δίδαγμα της κρίσης.
Αν οι πολιτικές προσαρμογής δίνουν ευκαιρίες σε δυνάμεις του συγκεντρωτισμού και του γραφειοκρατικού καθεστωτισμού στην Αυτοδιοίκηση να πάρουν το «πάνω χέρι», υπάρχουν και οι δυνάμεις της Τοπικής Δημοκρατίας, εδώ και στην υπόλοιπη Ευρώπη, oι οποίες καλούνται να κερδίσουν αυτή τη μάχη.

________________________________________________________________________

* O Φώτης Λαμπρινίδης είναι Δημοτικός Σύμβουλος Βόλου – Μέλος Κεντρικής Επιτροπής ΔΗΜΑΡ


** Το κείμενο αποτελεί ευρεία περίληψη της ομιλίας του στην ημερίδα που διοργάνωσαν το ΙΣΤΑΜΕ και το Ινστιτούτο F.Ebert, στις 18-03-2017

Η Πρόταση του Υπουργείου Εσωτερικών για τις αρμοδιότητες και τα διάφορα «μοντέλα» των ΟΤΑ: «Ώδινεν όρος και έτεκεν μυν»

Σχολιάζοντας την Πρόταση της Επιτροπής του άρθρου 5 του ν. 4368/2016 για την Αναθεώρηση του Θεσμικού Πλαισίου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης
Μέρος 1ο 

Του Δημήτρη Κατσούλη

Α. «Κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των τριών επιπέδων Διοίκησης. Αναπροσδιορισμός της έννοιας και μεθοδολογικές προϋποθέσεις μιας λυσιτελούς ανακατανομής»

Η Πρόταση της Επιτροπής του άρθρου 4 του ν. 4368/2016, δηλαδή της Επιτροπής που συνέστησε το Υπουργείο Εσωτερικών για να επεξεργαστεί την «Αλλαγή» έως και την «Κατάργηση» του «Καλλικράτη» είναι πράγματι εκτεταμένη και καλύπτει ένα ευρύ φάσμα  θεματικών ενοτήτων. Έως σήμερα δεν έχει τύχει πάντως της συστηματικής αξιολόγησης ιδίως από την πλευρά της Αυτοδιοίκησης. Η άποψη ότι το εγχείρημα δεν αντέχει στην σοβαρή αξιολόγηση δεν είναι εύστοχη κυρίως όταν η «άλλη πλευρά» δεν έχει προτείνει και εκείνη το δικό της σχέδιο μεταρρύθμισης. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις, όπως θα αναδείξουμε οι αφετηρίες ή οι προβληματισμοί των δύο πλευρών, της Κυβέρνησης και της Αυτοδιοίκησης όχι μόνο συγκλίνουν αλλά έχουν και κοινό τόπο.
Την Πρόταση της Επιτροπής την αξιολογούμε με κριτήρια το μεταρρυθμιστικό πλαίσιο και τις Τομές Δημοκρατίας που υποδεικνύουμε στα κείμενά μας.
Έχουμε υποστηρίξει ότι:
«Η αποκέντρωση της εξουσίας στο πολιτικό και διοικητικό σύστημα είναι πρωτίστως μεταρρύθμιση που ενισχύει την δημοκρατία και εμπεδώνει την λαϊκή κυριαρχία. Συνεπώς συνδέεται άμεσα με την δημοκρατική νομιμοποίηση των οργάνων που ασκούν τις αρμοδιότητες, με τη συμμετοχή των πολιτών και των κοινωνιών του Δήμου και της Περιφέρειας στην άσκηση της εξουσίας.
Όσο η μεγάλη αυτή μεταρρύθμιση, η «μεταρρύθμιση μητέρα» όλων των επιμέρους, (σύστημα διακυβέρνησης, καταστατική θέση, εποπτεία κ.ο.κ.) δεν σχεδιάζεται με σοβαρότητα και επίγνωση των συνεπειών της, όσο δεν συνδυάζεται με την αποκέντρωση πόρων, ανθρώπινου δυναμικού και λειτουργικών μέσων, όσο δεν σχεδιάζεται και δεν εφαρμόζεται στο σύνολο του διοικητικού συστήματος  η πραγμάτωση της συνταγματικής επιταγής θα είναι ανεκπλήρωτη, η αυτοδιοίκηση θα παραπαίει μεταξύ δήθεν μεταρρυθμίσεων χειραφέτησης  οι οποίες στην πράξη θα οδηγούν σε επιδείνωση της χειραγώγησή της.
Όσο αυτή η συνολική ανακατανομή δεν πραγματώνεται η διελκυστίνδα μεταξύ κεντρικού κράτους και τοπικής αυτοδιοίκησης ως προς τις αρμοδιότητες θα κινείται προς την πλευρά του κεντρικού κράτους και της γραφειοκρατικής «τάξης» των Υπουργείων.
Η κατανομή των αρμοδιοτήτων σε αυτή την ευρεία κλίμακα δεν μπορεί να αποσυνδέεται με την ανακατανομή των πόρων που απαιτούνται για την άσκησή τους. Συνεπώς κρίσιμη φάση μίας μεταρρυθμιστικής διαδικασίας αυτού του περιεχομένου είναι η κοστολόγηση των υπηρεσιών και συνεπώς η ανακατανομή των πόρων ανάλογα με την μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων και των υπηρεσιών σε κεντρικό και αυτοδιοικητικό επίπεδο.
Δεν εννοείται ευρεία αποκέντρωση αρμοδιοτήτων χωρίς την μετακίνηση υπηρεσιών και προσωπικού. Η άσκηση των επιτελικών λειτουργιών στα Υπουργεία απαιτεί λιγότερο και διαφορετικής ποιότητας προσωπικό ενώ αντίθετα η μεταβίβαση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων στους Δήμους και τις Περιφέρειες απαιτεί περισσότερο, καταρχήν, και έμπειρο στην εκτελεστική λειτουργία προσωπικό» (http://tetradioaftodioikisis.blogspot.gr/2017/02/blog-post.html).

Η Πρόταση της Επιτροπής δεν έχει ως αφετηρία ένα συγκεκριμένο στρατηγικό πλαίσιο, όπως αναδεικνύουμε, για την αλλαγή του συγκεντρωτικού κράτους με την οικοδόμηση της Πολυεπίπεδης Πολιτείας που βασίζεται στο Επιτελικό Κράτος, στις Περιφέρειες και τους Δήμους έτσι ώστε να προκρίνεται η δραστική ανακατανομή της δημόσιας εξουσίας μεταξύ αυτών των τριών επιπέδων δημοκρατικής διακυβέρνησης. Γενικότερα ο στρατηγικός στόχος, η κυρίαρχη πολιτική εντολή πάνω στην οποία κλήθηκε να εργαστεί η Επιτροπή δεν είναι σαφής, ορατή και όντως καθόλου «κυρίαρχη». Αντίθετα η Επιτροπή, στο Μέρος 1ο της Πρότασης εστιάζει την προσοχή της στην επανάληψη σεναρίων και ιδεών που έχουν ήδη απασχολήσει τη Διοίκηση και τις προηγούμενες μεταρρυθμιστικές επιλογές και, ιδίως ως προς τις αρμοδιότητες, περιορίζεται στην παράθεση μίας μεθοδολογίας που αναφέρεται σε τεχνικές μετακίνησης διοικητικών αρμοδιοτήτων και διόρθωσης του Καλλικράτη με κριτήρια μάλιστα που θέτει η εμπειρία της διοικητικής λειτουργίας του Υπουργείου Εσωτερικών ενώ δεν φαίνεται να λαμβάνεται υπόψη η αντίστοιχη εμπειρία των ιδίων των Αυτοδιοικητικών που λειτουργούν τον «Καλλικράτη».
Είναι όντως φιλότιμες οι προσπάθειες καταγραφής των αρμοδιοτήτων αλλά δεν είναι βέβαιο ότι και αυτή η καταγραφή δεν θα οδηγήσει στην κατάστρωση διατάξεων απαρίθμησης και αναδιανομής εκτελεστικών αρμοδιοτήτων χωρίς να αγγίζεται το πρόβλημα που είναι η ποιοτική διαφοροποίηση των αρμοδιοτήτων των κεντρικών, επιτελικών δομών διακυβέρνησης και η μεταφορά αρμοδιοτήτων ανώτατης διοίκησης, δηλαδή ολοκληρωμένων αρμοδιοτήτων, στους Δήμους και τις Περιφέρειες.

Πολυεπίπεδη Δημοκρατική Διακυβέρνηση με αποκέντρωση της εξουσίας από τα Υπουργεία στις Περιφέρειες και τους Δήμους

Ομιλία του Δημάρχου Χαλκιδέων Χρήστου Παγώνη στη Κοινή Συνάντηση ΠΕΔ Στερεάς Ελλάδας και Θεσσαλίας για την Μεταρρύθμιση στην Αυτοδιοίκηση

Αγαπητοί συνάδελφοι,
Η σημερινή μας συνάντηση γίνεται για να συζητήσουμε τις προτάσεις του Πορίσματος του Υπουργείου Εσωτερικών για την πολυδιαφημισμένη αλλαγή του Καλλικράτη, για την μεταρρύθμιση στην τοπική αυτοδιοίκηση.
Αντιπαρέρχομαι, ορισμένα καίρια ερωτήματα που  όμως απαιτούν και μακρά συζήτηση  και ίσως είναι εκτός της ατζέντας.
Πρώτα απ΄όλα
• Γιατί σήμερα χρειάζεται ακόμη μία μεταρρύθμιση στην Αυτοδιοίκηση;
• Γιατί χρειάζεται να αλλάξει ο Καλλικράτης όταν είναι βέβαιο ότι η τραγική οικονομική κρίση αλλά και η βούληση της Πολιτείας, του Κεντρικού Κράτους, δεν επέτρεψαν την συνολική και σε όλες τις πτυχές εφαρμογή της μεταρρύθμισης, έτσι ώστε να αξιολογηθεί και να απορριφθεί;
• Εάν πράγματι χρειάζεται να αλλάξει ο Καλλικράτης και το σημερινό σύστημα της Αυτοδιοίκησης από ποια αξιολόγηση της εφαρμογής του προέκυψε και σε ποιες κατευθύνσεις θα γίνουν αυτές οι αλλαγές;
Αυτά τα ερωτήματα δεν τέθηκαν και δεν απαντήθηκαν
Απλώς ξεκίνησαν με το σύνθημα να αλλάξουμε τον μνημονιακό και δημαρχοκεντρικό Καλλικράτη για να καταλήξουν μετά από κυοφορία πολλών μηνών σε αυτό το Πόρισμα το οποίο όμως είναι ένα Πόρισμα Ομάδων Εργασίας κυρίως Υπηρεσιακών Στελεχών με κάποιες ίσως ιδέες που εκφράζουν την Κυβέρνηση. Δεν είναι απαραιτήτως κακό αυτό. Το κακό είναι ότι αυτές οι προτάσεις δεν προέκυψαν μέσα από την ουσιαστική συμμετοχή της ίδιας της τοπικής αυτοδιοίκησης στο διάλογο, αφού η συμμετοχή μας κατέστη περιορισμένη και κυρίως τυπική. Αντιθέτως οι προτάσεις του Πορίσματος όταν δεν απηχούν απόψεις πολιτικών κύκλων της κυβερνητικής πλειοψηφίας είναι αποκύημα της εμπειρίας, ενδεχομένως, αλλά και των εμμονών των υπηρεσιακών παραγόντων του Υπουργείου Εσωτερικών, δεν είναι όμως σε καμία περίπτωση βγαλμένες μέσα από την εμπειρία των στελεχών της Αυτοδιοίκησης.
Ακούγαμε έως τώρα ότι η μεταρρύθμιση που θα έρθει δεν θα είναι σαν τις προηγούμενες κυρίως γιατί θα ξαναμοίραζε τις αρμοδιότητες μεταξύ Κράτους και Αυτοδιοίκησης και θα εξασφάλιζε τους αντίστοιχους πόρους. Δηλαδή όλα αυτά που και άλλοτε εξαγγέλλονταν αλλά στην πράξη κατέληγαν διαφορετικά. Αντί γιαυτό όμως η πολύμηνη κυοφορία της Επιτροπής διατυπώνεται σε μία πρόταση μεθοδολογίας αμφιβόλου εφαρμοστικότητας και αποτελέσματος χωρίς να ξαναμοιράζει τις αρμοδιότητες και κυρίως χωρίς να το κάνει αυτό με εργαλείο τις αρχές τις εγγύτητας και της επικουρικότητας. Εν κατακλείδι, τίποτε το καινούργιο δεν προτείνει για τις αρμοδιότητες, αλλά αντιθέτως εντείνει τα προβλήματα εισάγοντας έστω ως παραδείγματα θέματα ανακατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ Δήμων και Περιφερειών, όπως το θέμα των Πολεοδομιών ή νεκρανασταίνει Υπηρεσίες όπως οι παλιές ΤΥΔΚ, όταν ένας από τους στόχους των μεγάλων Δήμων που σχημάτισε ο Καλλικράτης ήταν ακριβώς η ικανότητά τους να παρέχουν υπηρεσίες αλλά και να συγκροτούν βασικές υποστηρικτικές υπηρεσίες όπως τεχνικές κ.ο.κ. 
Δεν αναζήτησε η Επιτροπή τις αιτίες για τις οποίες μεσούσης της κρίσης  οι Δήμοι δεν μπόρεσαν να αναπτύξουν τις υπηρεσίες τους, δεν υποστηρίχθηκαν γιαυτό από την Πολιτεία, και δεν  μας απαντά πως, χωρίς στοιχειωδώς δικές τους υποστηρικτικές υπηρεσίες  οι Δήμοι θα μπορέσουν να ασκήσουν τις αρμοδιότητές τους, πόσο μάλλον να γίνουν και αποδέκτες περισσοτέρων, όπως απαιτείται σύμφωνα με την αρχή της εγγύτητας.
Με άλλα λόγια μέσα από τις πολυσέλιδες πολυλογίες της Πρότασης ή καλύτερα της μη Πρότασης, στο θέμα των αρμοδιοτήτων αποκαλύπτεται δυστυχώς  όχι μόνο η ακαταλληλότητα αυτής της Επιτροπής να ανοίξει νέους δρόμους ισχυρής Αυτοδιοίκησης αλλά και η σκοπιμότητα να υποβαθμιστούν οι Δήμοι, να χειραγωγηθούν ακόμη περισσότερο ιδίως οι μεσαίοι και μικροί Δήμοι αφού θα στερηθούν μέσα, προσωπικό και αρμοδιότητες.
Σε αυτό το περιτύλιγμα των 400 και σελίδων βρίσκεται ο «κρυμμένος Θησαυρός.  Η αλλαγή του εκλογικού νόμου.
Κατά την γνώμη μου, εμείς της Αυτοδιοίκησης πρέπει να είμαστε ανοικτοί στον διάλογο χωρίς να πέφτουμε στην παγίδα της τυφλής ή χωρίς επιχειρήματα μεταρρύθμισης του εκλογικού συστήματος. Για να εξηγούμαι:
Η υιοθέτηση ενός εκλογικού συστήματος απλής αναλογικής μπορεί να οδηγήσει στην ακυβερνησία τους Δήμους. Ιδίως όταν η σύγκρουση μεταξύ του Δημάρχου και του Δημοτικού Συμβουλίου γίνεται οξεία και αγεφύρωτη. Λέει ο αντίλογος. Μα και σήμερα οι περισσότερες αποφάσεις λαμβάνονται ομόφωνα. Γιατί αυτό να μην γίνεται και αύριο.
Δεν θα γίνεται για έναν απλό λόγο. Γιατί σήμερα έχουν ομοφωνίες επειδή η ύπαρξη μίας δεδομένης πλειοψηφίας παγιώνει την ομογνωμία Δημάρχου και Συμβουλίου και οι παρατάξεις της μειοψηφίας πλαισιώνουν αυτή την ομογνωμία. Όταν στο Συμβούλιο διαμορφώνεται συγκρουσιακή πλειοψηφία κατά του Δημάρχου θα εκλείψουν οι προϋποθέσεις της ομοφωνίας και θα αναδεικνύονται οι τυφλές συγκρούσεις.

Προς την «Μεταρρύθμιση-Μητέρα». Πολυεπίπεδη Δημοκρατική Διακυβέρνηση. Ανακατανομή αρμοδιοτήτων και εξουσίας.

Του Δημήτρη Ι. Κατσούλη

Η πρόσφατη ανακοίνωση των οκτώ αξόνων της πρότασης του Υπουργείου Εσωτερικών για την μεταρρύθμιση στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και η αναμενόμενη παρουσίαση του πορίσματος της Ειδικής Επιτροπής πρόκειται να πυροδοτήσει εκ νέου την πολεμική γύρω από τις θεσμικές αλλαγές στους Δήμους και τις Περιφέρειες. Εμείς επιμένουμε πάντως ότι αυτό που χρειάζεται είναι ο διάλογος και η σε βάθος μελέτη των προτεινόμενων αλλαγών και όχι η ρηχή αντιπαράθεση με όρους μάλιστα που καθορίζονται από το παραπαίον κεντρικό πολιτικό σύστημα. Χρειάζεται όμως και η ανάδειξη τόσο της κατεύθυνσης όσο και των βασικών αρχών που πρέπει να διέπουν την μεταρρύθμιση. Παρότι της προσδοκώμενης προοδευτικής μεταρρύθμισης "οι καιροί ού μενετοί" ο διάλογος πρέπει να είναι ουσιαστικός και χωρίς παρωπίδες και υστεροβουλίες αλλά πάντα με συνέπεια σε αρχές και στόχους. Αυτό για την Αυτοδιοίκηση σημαίνει πρώτα απ όλα μετατόπιση στο κέντρο του πολιτικού και διοικητικού συστήματος με καταξίωση της Πολυεπίπεδης Δημοκρατικής Διακυβέρνησης το Α και Ω της οποίας είναι η ανακατανομή των αρμοδιοτήτων και της εξουσίας σε όλα τα επίπεδα.
Στο πλαίσιο αυτής της παρέμβασης στο διάλογο προδημοσιεύουμε ένα επίκαιρο κεφάλαιο από την  Μελέτης μας με θέμα ΤΟΜΕΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ.


Προφανώς το ισχύον σύστημα προσδιορισμού των αρμοδιοτήτων της τοπικής αυτοδιοίκησης συνάδει με την κυρίαρχη αντίληψη του συγκεντρωτισμού που ενθαρρύνει τη χειραγώγηση και όχι τη χειραφέτηση των Δήμων και των Περιφερειών. Εξάλλου όσο οι δημόσιες πολιτικές ασκούνται με επίκεντρο τα Υπουργεία και τους κεντρικούς καθ΄ύλη αρμόδιους δημόσιους οργανισμούς οι Δήμοι και οι Περιφέρειες θα είναι αποδέκτες επιμέρους αποσπασματικών αρμοδιοτήτων – παρά την συνταγματική επιταγή- οι οποίες δια της μεθόδου της απαρίθμησης θα εμφανίζονται πολυάριθμες.
Η πραγμάτωση της συνταγματικής επιταγής για την διοίκηση των τοπικών υποθέσεων από Δήμους και Περιφέρειες δεν μπορεί να συναντήσει πεδίο εφαρμογής παρά μόνο στο πλαίσιο μίας γενικής αναδιάρθρωσης και ανακατανομής της εξουσίας μεταξύ του κεντρικού επιτελικού κράτους, το οποίο περιορίζεται[1] αποκλειστικά και μόνο στις επιτελικές λειτουργίες ενώ όλες οι εκτελεστικές λειτουργίες μεταβιβάζονται στους Δήμους και στις Περιφέρειες.
Άλλωστε οι αρχές της εγγύτητας, της αποτελεσματικότητας και της επικουρικότητας μόνο σε αυτή την περίπτωση έχουν πεδίον εφαρμογής.
Όσο αυτή η συνολική ανακατανομή δεν πραγματώνεται η διελκυστίνδα μεταξύ κεντρικού κράτους και τοπικής αυτοδιοίκησης ως προς τις αρμοδιότητες θα κινείται προς την πλευρά του κεντρικού κράτους και της γραφειοκρατικής «τάξης» των Υπουργείων.
Η κατανομή των αρμοδιοτήτων σε αυτή την ευρεία κλίμακα δεν μπορεί να αποσυνδέεται με την ανακατανομή των πόρων που απαιτούνται για την άσκησή τους. Συνεπώς κρίσιμη φάση μίας μεταρρυθμιστικής διαδικασίας αυτού του περιεχομένου είναι η κοστολόγηση των υπηρεσιών και συνεπώς η ανακατανομή των πόρων ανάλογα με την μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων και των υπηρεσιών σε κεντρικό και αυτοδιοικητικό επίπεδο.
Δεν εννοείται ευρεία αποκέντρωση αρμοδιοτήτων χωρίς την μετακίνηση υπηρεσιών και προσωπικού. Η άσκηση των επιτελικών λειτουργιών στα Υπουργεία απαιτεί λιγότερο και διαφορετικής ποιότητας προσωπικό ενώ αντίθετα η μεταβίβαση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων στους Δήμους και τις Περιφέρειες απαιτεί περισσότερο, καταρχήν, και έμπειρο στην εκτελεστική λειτουργία προσωπικό.
Όσο η μεγάλη αυτή μεταρρύθμιση, η «μεταρρύθμιση μητέρα» όλων των επιμέρους, (σύστημα διακυβέρνησης, καταστατική θέση, εποπτεία κ.ο.κ.) δεν σχεδιάζεται με σοβαρότητα και επίγνωση των συνεπειών της, όσο δεν συνδυάζεται με την αποκέντρωση πόρων, ανθρώπινου δυναμικού και λειτουργικών μέσων, όσο δεν σχεδιάζεται και δεν εφαρμόζεται στο σύνολο του διοικητικού συστήματος  η πραγμάτωση της συνταγματικής επιταγής θα είναι ανεκπλήρωτη, η αυτοδιοίκηση θα παραπαίει μεταξύ δήθεν μεταρρυθμίσεων χειραφέτησης  οι οποίες στην πράξη θα οδηγούν σε επιδείνωση της χειραγώγησή της.
Η αποκέντρωση της εξουσίας στο πολιτικό και διοικητικό σύστημα είναι πρωτίστως μεταρρύθμιση που ενισχύει την δημοκρατία και εμπεδώνει την λαϊκή κυριαρχία. Συνεπώς συνδέεται άμεσα με την δημοκρατική νομιμοποίηση των οργάνων που ασκούν τις αρμοδιότητες, με τη συμμετοχή των πολιτών και των κοινωνιών του Δήμου και της Περιφέρειας στην άσκηση της εξουσίας.
Υπό αυτή την έννοια η αποκέντρωση της πολιτικής και διοικητικής εξουσίας, η αποκεντρωμένη και πολυεπίπεδη άσκηση όλων των δημοσίων πολιτικών από όργανα δημοκρατικής νομιμοποίησης σε κεντρικό αλλά και σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, οφείλει να αποτελεί στόχο αλλά και καθήκον των αιρετών λειτουργών της αυτοδιοίκησης διότι αυτή συγκροτεί το περιεχόμενο της πολιτικής εντολής της οποίας οι αιρετοί θα ήθελαν να είναι αποδέκτες.
Είναι διαφορετική η δυναμική της δημοκρατικής νομιμοποίησης και συνακόλουθα της πολιτικής συμμετοχής όταν το αντικείμενο της πολιτικής εντολής είναι ευρύ και ουσιαστικό και διαφορετική όταν είναι περιορισμένο και αποσπασματικό.
Η πολιτική και θεσμική διεργασία αυτής της μεταρρύθμισης δεν υπήρξε ποτέ έως σήμερα στην Ελλάδα. Οι τρεις κορυφαίες μεταβολές στην δομή της ελληνικής αυτοδιοίκησης, το Πρόγραμμα Ιωάννης Καποδίστριας και το Πρόγραμμα Καλλικράτης καθώς και η καθιέρωση των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων περιορίστηκαν σε χωρικές αναδιαρθρώσεις και αποσπασματικές μεταβιβάσεις και ανακατανομές αρμοδιοτήτων χωρίς να αγγίξουν τον σκληρό πυρήνα του συγκεντρωτισμού που διέπει το πολιτικό και διοικητικό σύστημα με αποτέλεσμα να παραμένει αμετάβλητο το κεντρικό σύστημα αρμοδιοτήτων και λειτουργιών των Υπουργείων. Παράλληλα η μη μεταφορά των αντίστοιχων πόρων, παρά την συνταγματική επιταγή, αφυδάτωνε ακόμη και αυτή την χωλή αποκέντρωση.
Σήμερα, το πολιτικό προσωπικό της Αυτοδιοίκησης  όντας εκείνο που προσδοκά να αναβαθμίσει τον ρόλο του μέσα από την ανασυγκρότηση του πολιτικού και διοικητικού συστήματος με ανακατανομή εξουσιών από το Κράτος προς την Αυτοδιοίκηση, οφείλει να αντιμετωπίσει με σύνεση και σοβαρότητα το σχεδιασμό και τη διεκδίκηση αυτής της κορυφαίας μεταρρύθμισης. Αρκεί να γίνει κατανοητό ότι στο πεδίο της πραγματώνεται  η δημοκρατική ανασυγκρότησης της Πολιτείας με αναβάθμιση του ρόλου της Αυτοδιοίκησης. Το περιεχόμενο της πολιτικής εντολής έχει την μέγιστη σημασία. Μετά έπεται η δομή του συστήματος διακυβέρνησης και των σχέσεων ή των διόδων δημοκρατικής νομιμοποίησης  των αιρετών οργάνων.
Έως σήμερα πάντως, πέραν της πολιτικής φιλολογίας γενικόλογων διακηρύξεων και συνθημάτων δεν έχει κατατεθεί πρόταση επί της οποίας γίνεται συζήτηση[2]. Αντιθέτως οι διαγκωνισμοί μεταξύ των αιρετών των Δήμων και των Περιφερειών και οι ανταγωνισμοί για την άσκηση της χωλής εξουσίας τους δεν αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας.
Η Πρόταση
Η κορυφαία μεταρρύθμιση της ανακατανομής της εξουσίας στο πολιτικό διοικητικό σύστημα μεταξύ κεντρικού κράτους, Περιφερειών και Δήμων πρέπει να υπακούει στους ακόλουθους κανόνες:

Κόμματα και Τοπική Αυτοδιοίκηση

Το ετήσιο τακτικό συνέδριο της ΚΕΔΕ στη Θεσσαλονίκη έκλεισε πριν λίγο την αυλαία του. Δεν υπήρξε ασφαλώς κατώτερο των περιστάσεων, αποτύπωσε ακριβώς την κατάσταση που επικρατεί στο πολιτικό σύστημα και στην πρωτοβάθμια τοπική αυτοδιοίκηση. Ως προς αυτή την κατάσταση οι πρωταγωνιστές υπήρξαν ειλικρινείς και ανταποκρίθηκαν στους ρόλους. Η πραγματικότητα της Αυτοδιοίκησης που βρίσκεται πλέον στο περιθώριο του παρακμιακού πολιτικού συστήματος  έχει πια εδραιωθεί.
Η μεν Κυβέρνηση, εμφανώς και χωρίς προκάλυψη αντιλαμβάνεται τη θέση της Αυτοδιοίκησης και συνακόλουθα την πολυεπίπεδη διάρθρωσή της ως πεδίο αμφισβήτησης της κυριαρχίας στο Κεντρικό Κράτος και προκρίνει το εκλογικό σύστημα ως μέσον για να ενισχύσει τις δυνάμεις της στο τοπικό κράτος. Συγκυριακή ή και στρατηγική – δεν έχει τόση διαφορά ή σημασία- επιλογή της η σύγκρουση με μοχλό την αλλαγή του εκλογικού συστήματος, συνοδευόμενης ή μη από την αλλαγή των θεσμικών ημερομηνιών και την επίσπευση των αυτοδιοικητικών εκλογών. Υπονομεύει έτσι τη διακηρυγμένη πρόθεσή της να αλλάξει το θεσμικό πλαίσιο ενισχύοντας την Αποκέντρωση και την Αυτοδιοίκηση.
Η  δε Αξιωματική Αντιπολίτευση δια του αρχηγού της διακήρυξε με απόλυτη σαφήνεια το περίγραμμα του «μέλλοντος» που προδιαγράφει για την Αυτοδιοίκηση όταν αναλάβει την διακυβέρνηση. Τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει εκτός από όσα όλοι γνωρίζουν. Οι όποιες βαθιές αλλαγές παραπέμπονται στο απώτερο και αόριστο μέλλον. Ένα είναι σίγουρο πάντως, δεν φαίνεται να στοχεύει στην μετατόπιση της Αυτοδιοίκησης από το περιθώριο στο επίκεντρο του πολιτικού και διοικητικού συστήματος. Παράπλευρες στοχεύσεις ή αμήχανες εξαγγελίες οι αλλαγές που υπαινίχθηκε στο οικονομικό πλαίσιο της Αυτοδιοίκησης οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν προμηνύουν τη βελτίωσή του και την ανάκτηση της οικονομικής αυτοτέλειας αλλά μάλλον νέα βάρη θα προσθέσουν. Ούτε λόγος φυσικά για τη πολύπαθη διοικητική αυτοτέλεια. Αμήχανη επίσης και η διακήρυξη για τη διαχείριση της ακίνητης περιουσίας των Δήμων δεδομένου ότι μάλλον αγνοείται η αποκαρδιωτική πραγματικότητα.
Οι θέσεις των άλλων κομμάτων έχουν μικρότερη σημασία στην Ελλάδα της παρακμής και του αδιέξοδου διπολισμού. Έτσι και αλλιώς δεν έχουν την πολιτική βαρύτητα όσο κινούνται στην σκιά του διπολισμού της παρακμής για να επηρεάσουν την θέση της Αυτοδιοίκησης.
Και η Αυτοδιοίκηση τι κάνει;
Τίποτε διαφορετικό από ότι έκανε τα τελευταία χρόνια. Αποδέχεται τη μοίρα της σκιαμαχώντας. Και επειδή αυτό δεν οδηγεί πουθενά αποδέχεται να παίζει το παιχνίδι του παρακμιακού διπολισμού δουλεύοντας για τη μάχη του κεντρικού πολιτικού συστήματος.
Μπορεί να κάνει κάτι διαφορετικό; Ίσως όχι πέρα από την βελτίωση ορισμένων τομέων της δράσης της και από την προώθηση μικρών βημάτων για την ενίσχυση της θέσης της. Γιατί ασφαλώς δεν μπορεί η Αυτοδιοίκηση και οι αιρετοί να αλλάξουν τη χώρα, όταν δεν μπορούν να επηρεάσουν και να αλλάξουν τις επιλογές ούτε των πολιτικών σχηματισμών στους οποίους οι αιρετοί εντάσσονται.
Το πρόβλημα στις σχέσεις κεντρικού και τοπικού πολιτικού συστήματος δεν είναι οι θεσμικές καταστρώσεις, η οικονομική υποταγή και η λειτουργική χειραγώγηση, είναι πρωτίστως η συγκεντρωτική δομή και λειτουργία των πολιτικών κομμάτων, ακόμη και τώρα στα χρόνια της παρακμής, που αναπαράγει την υπεροχή της κεντρικής εξουσίας και χειραγωγεί το τοπικό πολιτικό προσωπικό. Όσο η δημοκρατία και η αποδοχή της αποκεντρωμένης δομής στην κομματική εξουσία είναι καταστάσεις άγνωστες για το κομματικό σύστημα τόσο και οι αιρετοί της τοπικής αυτοδιοίκησης θα εμπεδώνουν, στη λειτουργία και την αντίληψή τους, την χειραγώγηση από τον πολιτικό συγκεντρωτισμό. Γιαυτό εξάλλου πολλοί αντιλαμβάνονται τα όρια της διοικητικής αυτοτέλειας ως αμυντικά όρια ενός δικού τους πεδίου εξουσίας παραχωρημένου και νομιμοποιημένου από το κεντρικό πολιτικό σύστημα.
Τελικά το τι λέγεται σε ένα Συνέδριο δεν έχει μεγάλη σημασία. Ακόμη και η εκπόνηση θέσεων και μελετών θεωρητικού περιεχομένου ή η σύνταξη επιχειρησιακών σχεδίων που μοχλεύουν πόρους στην αγορά της «αυτοδιοικητικής τεχνογνωσίας» μικρή αποδοτικότητα έχει. Όποιος θέλει να αλλάξει τη θέση της Αυτοδιοίκησης στο πολιτικό και διοικητικό σύστημα και από το περιθώριο να την βάλει στο κέντρο έχει μόνο μία επιλογή. Να αλλάξει τους στόχους, την αντίληψη και τελικά το πρόγραμμα του πολιτικού σχηματισμού στον οποίο ο ίδιος εντάσσει τον εαυτό του και από τον οποίο προσδοκά την αποδοχή. Με άλλα λόγια, αντί να συσκοτίζουν  με φλυαρίες και γραφικότητες τύπου «κόμμα της Αυτοδιοίκησης»  να επιχειρήσουν να εμπεδώσουν στα κόμματα την αντίληψη ότι δεν μπορεί να είναι μόνο κόμματα του κεντρικού πολιτικού συστήματος αλλά να μεταβληθούν σε κόμματα της δημοκρατικής πολυεπίπεδης διακυβέρνησης.
Αλλά για ποια κόμματα μιλάμε τώρα; Για εκείνα προφανώς που είτε με την μία είτε με την άλλη μορφή μπορούν να καταστούν υποκείμενα Αλλαγής για μία  νέα Πολυεπίπεδη Δημοκρατική Πολιτεία, αυτή που είναι ικανή και αναγκαία συνθήκη για να αναγεννηθεί η Ελλάδα και να διαδραματίσει και αυτή ισότιμο ρόλο σε μία νέα Δημοκρατική Ευρώπη.
Με άλλα λόγια, όσο δεν υπάρχουν τα Υποκείμενα της Αλλαγής η πραγματική Αλλαγή που έχει ανάγκη ο τόπος και η προσδοκία μίας άλλης ισχυρής πολυεπίπεδης διακυβέρνησης δεν θα επέλθει και όλα όσα λέγονται για Μεταρρυθμίσεις και Νέους Καλλικράτηδες είναι «όνειρα θερινής νυκτός» για κάποιους και για άλλους νέες ασκήσεις και εφαρμογές  χειραγώγησης και περιθωριοποίησης.
Εν κατακλείδι, η πρόταξη της Μητέρας των Μεταρρυθμίσεων, δηλαδή της ανακατανομής εξουσίας- πόρων και προσωπικού μεταξύ επιτελικού κεντρικού κράτους, Περιφερειών και Δήμων είναι ορθή επιλογή και αποτελεί την κρίσιμη, ικανή και αναγκαία προϋπόθεση για να δομηθεί η πολυεπίπεδη δημοκρατική Πολιτεία. Όλες οι άλλες Μεταρρυθμίσεις γεννώνται από την Μεταρρύθμιση Μητέρα, και το σύστημα διακυβέρνησης και η οικονομική αυτοδυναμία και η λειτουργική αυτάρκεια.
Η απέχθεια του κεντρικού πολιτικού συστήματος σε αυτή την Μητέρα των Μεταρρυθμίσεων είναι εξάλλου και η βασική αιτία της αφυδάτωσης των μεγάλων όντως μεταρρυθμίσεων που προηγήθηκαν στην ελληνική Αυτοδιοίκηση. Χωρίς αυτήν όμως η Ελλάδα θα συνεχίσει να είναι το πιο συγκεντρωτικό και καχεκτικό κράτος της Ευρώπης.
Η Κυβέρνηση δεν μπορεί να επιδιώκει την περισσότερη δημοκρατία χωρίς να προτάσσει την ανακατανομή εξουσίας. Η τοπική δημοκρατία δεν καταξιώνεται από τις ατέρμονες δημοκρατικές διαδικασίες ανίσχυρων και χωρίς εξουσία Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η τοπική δημοκρατία καταξιώνεται όταν τα υποκείμενά της πολιτικής εντολής έχουν μεγάλο μερίδιο εξουσίας γιατί τότε μόνο αποκτά περιεχόμενο και η εγγύτητα και η άμεση συμμετοχή των πολιτών στη λειτουργία των θεσμών.
Από την άλλη πλευρά, το σύστημα διακυβέρνησης είναι πάντα ο μοχλός άσκησης της πολιτικής εντολής η οποία αποκτά δυναμική όταν αναφέρεται σε ισχυρό μερίδιο εξουσίας. Το εκλογικό σύστημα είναι η διαδικασία ανάθεσης της πολιτικής εντολής και γιαυτό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το σύστημα διακυβέρνησης. Η δημοκρατία και η αποτελεσματικότητα είναι οι δύο εκφάνσεις του ίδιου νομίσματος. Συνεπώς η απομόνωση του εκλογικού συστήματος από το σύστημα διακυβέρνησης ή η προτεραιότητα του εκλογικού συστήματος ως προς το σύστημα διακυβέρνησης δεν δικαιολογείται παρά μόνο από μία διαφορετική ανάγνωση της αγωνίας του Κεντρικού Κράτους να κρατήσει στο περιθώριο την Αυτοδιοίκηση υποβαθμίζοντας την αποτελεσματικότητά της διαμέσου της αποδυνάμωσης του συστήματος λήψης των αποφάσεων, δηλαδή του συστήματος διακυβέρνησης.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Μητέρα των Μεταρρυθμίσεων, η ανακατανομή της εξουσίας μεταξύ επιτελικού κράτους, Περιφερειών και Αυτοδιοίκησης είναι η μεγάλη Αλλαγή. Το σύστημα διακυβέρνησης και το εκλογικό σύστημα μικρή έχουν σημασία όταν η ανακατανομή της εξουσίας δεν συντελείται.