3 + 1 προτάσεις για τους ΟΤΑ



Της Ρένας Δούρου 
Περιφερειάρχη Αττικής

 Αναδημοσίευση από "ΑΥΓΗ"

Απαιτείται λοιπόν ο άμεσος επανασχεδιασμός των αρμοδιοτήτων και της λειτουργίας περιφερειών με τα πληθυσμιακά, οικονομικά, κοινωνικά χαρακτηριστικά της Αττικής στην κατεύθυνση της ανάδειξης του μητροπολιτικού της χαρακτήρα στο πλαίσιο μιας σύγχρονης πολυεπίπεδης διακυβέρνησης, με βάση την αρχή της επικουρικότητας.
Σήμερα, ο ανασχεδιασμός και η «επαναθεσμοθέτηση» των λειτουργιών και των αρμοδιοτήτων των δύο βαθμών της χώρας αποτελούν όχι κάποιου είδους τεχνοκρατικό ζήτημα, αλλά κρίσιμο στοίχημα Δημοκρατίας. Σε αυτή τη συγκυρία η Αυτοδιοίκηση, δήμοι και περιφέρειες, έχει και λόγο και ρόλο, για την εμβάθυνση της Δημοκρατίας και την αποκατάσταση της αξιοπιστίας της πολιτικής. Η τοπική δημοκρατία, με άλλα λόγια, μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός ανάπτυξης και μέσο αντιμετώπισης των φαινομένων κοινωνικού αποκλεισμού, αύξησης των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων, ρατσισμού, ξενοφοβίας. Για να επιτελέσει όμως αυτή την αποστολή, στη χώρα μας, πρέπει άμεσα να προχωρήσει η ανασυγκρότησή της. Άλλωστε αυτή η απαραίτητη μεταρρύθμιση δεν έχει δημοσιονομικό κόστος - το αντίθετο μάλιστα: «οπλίζει» την κυβέρνηση στην διαπραγμάτευση με τους δανειστές καθιστώντας παράλληλα την Αυτοδιοίκηση πραγματική Αυτοδιοίκηση και όχι ετεροδιοίκηση, όπως είναι σήμερα.
Έτσι, οι περιφέρειες πρέπει να απαλλαγούν από θεσμικά «βαρίδια» και ελλείμματα και να λειτουργήσουν σε ένα σαφές κανονιστικό πλαίσιο που τους επιτρέπει να επεμβαίνουν αποτελεσματικά σε ζητήματα, όπως, π.χ., το μεταναστευτικό / προσφυγικό φαινόμενο, όπου η Αυτοδιοίκηση έχει μόνο στήριγμα την αλληλεγγύη των πολιτών, καθώς ο Νόμος 4375/2016 εκχωρεί μεν αρμοδιότητες, αλλά είναι προσωρινός.
Απαιτείται λοιπόν ο άμεσος επανασχεδιασμός των αρμοδιοτήτων και της λειτουργίας περιφερειών με τα πληθυσμιακά, οικονομικά, κοινωνικά χαρακτηριστικά της Αττικής στην κατεύθυνση της ανάδειξης του μητροπολιτικού της χαρακτήρα στο πλαίσιο μιας σύγχρονης πολυεπίπεδης διακυβέρνησης, με βάση την αρχή της επικουρικότητας. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι θεσμοί, όπως το Συμβούλιο της Ευρώπης υπογραμμίζουν τη σημασία της «περιφερειοποίησης» (π.χ. η ειδική έκθεση του Κογκρέσου των τοπικών και περιφερειακών αρχών, όπου τονίζονται τα οφέλη της «περιφερειοποίησης» με όρους δημόσιων υπηρεσιών και ανάπτυξης).
Σε αυτό το πλαίσιο, η Περιφέρεια Αττικής ολοκλήρωσε σχετική επεξεργασία, με στόχο την αποτελεσματική (χωρίς γραφειοκρατία, διαφθορά) λειτουργία για την εκπλήρωση του αναπτυξιακού και κοινωνικού ρόλου της Αυτοδιοίκησης.
Συγκεκριμένα οι προτάσεις της εστιάζονται σε τέσσερα σημεία:
Πρώτον: Στη ρητή συνταγματική κατοχύρωση της έννοιας της μητροπολιτικότητας στο άρθρο 102 του Συντάγματος. Ανεξάρτητα ή πέρα από την κατοχύρωση αυτή, επιβάλλεται η συνεκτική οριοθέτηση της μητροπολιτικότητας τόσο λειτουργικά όσο και γεωγραφικά, με κατάλληλη προσαρμογή και εξάλειψη των αντιφάσεων του Καλλικράτη (που προβλέπει μεν στο άρθρο 210 μητροπολιτικό χαρακτήρα, αλλά με ατελή τρόπο), προκειμένου οι περιφέρειες να καταστούν παράγοντες αυτοτελούς σχεδιασμού παρεμβάσεων και φορείς συντονισμού τους μέσα από συνέργειες με τους υπόλοιπους ΟΤΑ, στο πλαίσιο της ολοκληρωμένης άσκησης - όχι μόνο με ατομικές πράξεις και συμβάσεις, αλλά και με κανονιστικές ρυθμίσεις - των μητροπολιτικών αρμοδιοτήτων. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του πρώην ΟΡΣΑ, του οποίου οι αρμοδιότητες μεταφέρθηκαν στην κεντρική διοίκηση, με αποτέλεσμα οι φορείς των ΟΤΑ, με κύρια την Περιφέρεια Αττικής, να αποξενωθούν από τη δυνατότητα παρέμβασης σε ζητήματα χωροθέτησης μεγάλων εκτάσεων διαδημοτικού χαρακτήρα, π.χ., παραλιακό μέτωπο.
Δεύτερον: Στην ανάδειξη της ενότητας και της συνέχειας της κρατικής πολιτικής. Έτσι, αποφεύγεται η αλληλοεπικάλυψη των εμπλεκόμενων φορέων και παύουν τραγελαφικές καταστάσεις ως προς το ποιος είναι αρμόδιος, ο δήμος ή η περιφέρεια, για τη συντήρηση, π.χ., μιας πεζογέφυρας που τα θεμέλιά της πατούν άλλοτε σε πεζοδρόμια και άλλοτε σε δρόμους! Τέτοιες περιπτώσεις υπάρχουν πολλές, συνεπάγονται απίστευτη κατασπατάληση πόρων και ανθρώπινου δυναμικού και στερούν την αναμενόμενη από τους πολίτες αποτελεσματικότητα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Τρίτον: Στη συνταγματική κατοχύρωση των αρμοδιοτήτων των ΟΤΑ, και ειδικότερα των περιφερειών, στον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, είτε ευθέως εκ του Συντάγματος (με τροποποίηση τουλάχιστον του άρθρου 102 με την προσθήκη ειδικής πρόβλεψης για την άσκηση ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων από τους ΟΤΑ) είτε με την πρόβλεψη δυνατότητας για γενική ή συγκεκριμένη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων από τον νομοθέτη ή / και την κεντρική διοίκηση. Έτσι, αν την αρμοδιότητα για τα προβλήματα που προκύπτουν από επικαλύψεις και συγκρούσεις χρήσεων γης, την αναλάβουν οι περιφέρειες, θα επιλυθούν χρόνια προβλήματα των τοπικών κοινωνιών, με αποτέλεσμα οι πολίτες να μπορούν να αξιοποιήσουν τις περιουσίες τους. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα επιχειρήσεων που ενώ έχουν αδειοδοτηθεί στο παρελθόν ως προς τη συγκεκριμένη δραστηριότητά τους, μια αλλαγή χρήσεων γης που δεν προέβλεψε, από απλή παράλειψη, τη συγκεκριμένη χρήση, δεν επιτρέπει την εκ νέου αδειοδότηση της επιχείρησης λόγω ανανέωσης ή μεταβίβασής της.
Τέταρτον: Στη συνταγματική κατοχύρωση της φορολογικής αποκέντρωσης με νέα ρύθμιση, με την οποία θα διασφαλίζεται η είσπραξη και η απόδοση δημόσιων πόρων από φόρους ή τέλη για την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Και παράλληλα με τη θεσμοποίηση της δυνατότητας των ΟΤΑ, στο πλαίσιο της γενικής πολιτικής της κυβέρνησης, να καθορίζουν και να εισπράττουν με δικούς τους μηχανισμούς πόρους (από τέλη αλλά και από φόρους), το περιεχόμενο των οποίων θα καθορίζεται καταρχήν από τον νομοθέτη, αλλά θα εξειδικεύεται από τους ίδιους τους ΟΤΑ.

Οι σχετικές προτάσεις μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία δημόσιου διαλόγου που θα έπρεπε να είχε ξεκινήσει από... χθες.

Ο Ελεγκτής Νομιμότητας και η Αυτοτελής Υπηρεσία Εποπτείας ΟΤΑ. Θεσμοθετείται αλλά δεν εφαρμόζεται!!!

 Του Δημήτρη Κατσούλη
Σχόλιο με αφορμή το υπό διαβούλευση
Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Εσωτερικών 

Μία από τις, δειλές έστω, καινοτομίες του νομοθέτη του ν. 3852/2010  (Πρόγραμμα Καλλικράτης) είναι η θεσμοθέτηση του Ελεγκτή Νομιμότητας και της Αυτοτελούς Υπηρεσίας Εποπτείας Ο.Τ.Α. Μέχρι τότε την εποπτεία ασκούσε ο Γενικός Γραμματέας της κρατικής Περιφέρειας δια της ανά νομό  αρμόδιας Διεύθυνσης Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Τον Γενικό Γραμματέα της κρατικής Περιφέρειας διαδέχθηκε ο Γενικός Γραμματέας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης από το 2011 και μετά, εντούτοις η Αυτοτελής Υπηρεσία Εποπτείας ΟΤΑ  παραμένει στα “χαρτιά”, ο Ελεγκτής Νομιμότητας επίσης ανεφάρμοστος και η Εποπτεία ασκείται με τους όρους, τις διαδικασίες και τα όργανα της “προ- καλλικρατικής εποχής”.
Στην φιλολογία του συρμού περί κατάργησης του Καλλικράτη που αναπτύσσεται και στα υψηλά “κλιμάκια” της  πρωτοβάθμιας αυτοδιοίκησης, έρχεται να απαντήσει με το υπό διαβούλευση Σχέδιο Νόμου "Αυτοτελής Υπηρεσία Εποπτείας Ο.Τ.Α., Ρύθμιση θεμάτων Ο.Τ.Α. και άλλες διατάξεις" το Υπουργείο Εσωτερικών το οποίο επαναφέρει τις επιλογές του ν. 3852/2010 (Πρόγραμμα Καλλικράτης) για την Αυτοτελή Υπηρεσία Εποπτείας και τον Ελεγκτή Νομιμότητας που είχε τροποποιήσει ο ν.4257/2014.
Αναλυτικότερα:
Η Αυτοτελής Υπηρεσία Ελέγχου αποτελείται από τον επικεφαλή της, τον Ελεγκτή Νομιμότητας και την υπηρεσιακή δομή η οποία συγκροτείται σε επίπεδο Διεύθυνσης και διαρθρώνεται σε τρία τμήματα, το τμήμα Γενικών Υποθέσεων, το τμήμα Οικονομικών και το τμήμα Τεχνικών Υποθέσεων. Η δομή αυτή καταστρώθηκε με το άρθρο 218 του ν.3852/2010, τροποποιήθηκε με το άρθρο 20, παρ.5 του ν.4257/2014 για να επανέλθει όπως όρισε ο «Καλλικράτης» με το υπό διαβούλευση Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Εσωτερικών. Κάθε τμήμα διερευνά την νομιμότητα των αντίστοιχων αποφάσεων των ΟΤΑ και στελεχώνεται από κατάλληλο επιστημονικό προσωπικό. Τη διαπίστωση της νομιμότητας και ιδίως την ακυρότητα των αποφάσεων των ΟΤΑ υπογράφει ο Ελεγκτής Νομιμότητας ο οποίος είναι ανώτατος δημόσιος λειτουργός, επιλεγμένος για θητεία πέντε ετών με αξιολογικά επιστημονικά κριτήρια όπως ορίζει ο νόμος. Η υπαγωγή του Ελεγκτή Νομιμότητας στον Υπουργό Εσωτερικών και ιδίως η ευχέρεια που πρόκειται να θεσπίσει ο νομοθέτης με το υπό συζήτηση Σχέδιο Νόμου για επιλογή του Ελεγκτή από τον Υπουργό μεταξύ των τριών καταλληλότερων αφήνει πάντως περιθώρια εφαρμογής μη αξιολογικών κριτηρίων ακυρώνοντας στην πράξη την αξιολόγηση του αρμοδίου Υπηρεσιακού Συμβουλίου και προκρίνοντας υποκειμενικά, πολιτικά ή ακόμη και κομματικά κριτήρια.

Βαθιές τομές για την αναγέννηση της τοπικής δημοκρατίας (1)


Μέρος Πρώτο
Ένα νέο σύστημα διακυβέρνησης στους Δήμους

Του Δημήτρη Κατσούλη



Με ιδιαίτερη προσοχή διαβάσαμε τις προτάσεις του κυβερνώντος κόμματος για τις αλλαγές στην τοπική αυτοδιοίκηση. Αρκετές από αυτές, ίσως οι περισσότερες, είναι εύστοχες στο μέτρο που η ευλόγως γενικόλογη διατύπωση αντικατοπτρίζει ολοκληρωμένες και κυρίως αποτελεσματικές θεσμικές καταστρώσεις. Υπάρχουν και άλλες που ίσως παραπέμπουν σε ατελείς επιλογές ή ακόμη και σε ιδεοληπτικές εμμονές. Και αυτές αξίζει να συζητηθούν και ίσως στην πορεία καταλήξουν σε εύστοχες θεσμικές αλλαγές.
Μεταξύ αυτών λέγεται ότι είναι και η αποδόμηση του λεγόμενου δημαρχοκεντρικού συστήματος διακυβέρνησης με την απόλυτη διάλυση κάθε μορφής μονοπρόσωπου ή ακόμη και μονοπαραταξικού εκτελεστικού οργάνου και στη θέση του να οργανωθεί ένα σύστημα συλλογικής διοίκησης χωρίς τη διάκριση σε πλειοψηφία και μειοψηφία, πράγμα εκτός των άλλων και αντίθετο προς τη δημοκρατική αρχή η οποία πρέπει να διέπει την οργάνωση του συστήματος διακυβέρνησης των ΟΤΑ. Ακούστηκε μάλιστα ότι υπάρχει η σκέψη να μετέχει, τηρουμένης της διάκρισης σε πλειοψηφία και μειοψηφία, και η μειοψηφία στην εκτελεστική επιτροπή ή ακόμη πιο πέρα να υπάρχει και αντιδήμαρχος από την μειοψηφία!!! Βέβαια το τι ακούγεται δεν σημαίνει ότι κανείς πρέπει να το λαμβάνει και σοβαρά!!! Στις περιπτώσεις αυτές όμως, όπως και σε προηγούμενες μεταρρυθμίσεις συνέβη, εμμονές και ιδεοληψίες να υπονόμευσαν προοδευτικές και λίαν μεγαλεπήβολες επιλογές, όλα λοιπόν είναι πιθανά!!!

Το λεγόμενο δημαρχοκεντρικό σύστημα έχει δύο όψεις ανάλογα με την οπτική γωνία που το προσεγγίζει κανείς. Έχει όμως και μία κοινή συνισταμένη. Στην μία όψη, για τους έξω από την αυτοδιοίκηση ή την άσκηση της δημοτικής εξουσία φαντάζει μονοκρατορικό και αυταρχικό, για τους μέσα φαντάζει μία διαρκής προσπάθεια διαχείρισης συμμαχιών και συμφερόντων που συνυπάρχουν στη δημαρχιακή ex lege, καθορισμένη πλειοψηφία. Αναμφίβολα υπάρχουν στοιχεία που είναι σταθερά και αυθεντικά και άλλα που προσδίδονται από τους εκείνους που ενδύονται τον ρόλο του Δημάρχου. Κοινή συνισταμένη πάντως και των δύο όψεων είναι το γεγονός της άμεσης δημοκρατικής νομιμοποίησης του Δημάρχου σε απόλυτη συνάφεια με τη θέση του ως πολιτικού ηγέτη της ευρύτατης ex lege πλειοψηφίας. Πέραν αυτών ο Δήμαρχος στην ελληνική αυτοδιοίκηση έχει την θεσμική θέση που έχει σε όλα τα ισχύοντα ευρωπαϊκά συστήματα ανεξαρτήτως του τρόπου εκλογής και της σχέσης του με το Δημοτικό Συμβούλιο. Κατά κανόνα δε είναι στην κορυφή της διοικητικής δομής του Δήμου και εκτός από πολιτικός ηγέτης είναι και διοικητικός ηγέτης, ιδιότητα που φέρει είτε με παραδοσιακό πλαίσιο είτε με πιο τεχνοκρατικό και σύγχρονο ως manager.
Ειρήσθω εν παρόδω, ότι η οργανωτική δομή, το σύστημα διακυβέρνησης, το περιεχόμενο των αρμοδιοτήτων συνθέτουν όλα μαζί τη δυναμική της τοπικής αυτοδιοίκησης σε σχέση με το συνολική συγκρότηση της δημοκρατικής Πολιτείας. Συνεπώς η ιδεοληπτική ή μη προσέγγιση των επιμέρους πτυχών αυτής της δυναμικής μπορεί να συμβάλλει αντίστοιχα στην ενδυνάμωσή της ή στην αποδόμησή της.

Η κοινωνική πολιτική στους Δήμους

Του Λάμπρου Μίχου
Πρ. Βουλευτή, Πρ. Δημάρχου Αγίας Βαρβάρας

"Η πόλη να γίνεται ένα ανοιχτό σπουδαστήριο Δημοκρατίας, δημιουργίας, συνεργασίας και φιλαλληλίας, διαφάνειας και λογοδοσίας"


"Επειδή το θέμα είναι πολύ σοβαρό, θα ήταν υπερφίαλο εκ μέρους μου να θεωρώ ότι μπορεί να καλυφθεί στο πλαίσιο μια σύντομης εισήγησης. Εν τούτοις θα προσπαθήσω να το προσεγγίσω.
Ας δούμε πρώτα πού βρισκόμαστε και ακολούθως τι μπορεί να γίνει αξιοποιώντας εφαρμόσιμες ιδέες από καλές πρακτικές. Ζούμε σε μία άνιση, άδικη και διαιρεμένη κοινωνία και όσο η κρίση θα βαθαίνει το χάσμα και η διαίρεση θα μεγαλώνουν.
Στρατιές κολασμένων, άνεργων, φτωχών, ανασφάλιστων, ανήμπορων ανθρώπων, κατατρεγμένων και απεγνωσμένων συνεχώς καταβυθίζονται στο βάραθρο του κοινωνικού αποκλεισμού.
Οι κρατικοί μανδαρίνοι αναλύουν τις στατιστικές, βλέπουν το ποσοστό των νοικοκυριών που δεν έχουν κανένα εργαζόμενο στους κόλπους τους και πάνε παρακάτω! Τι θα γίνουν όλοι αυτοί, πως θα ζήσουν…είναι μάλλον αδιάφορο.
Πολύ σοβαρό όμως είναι και κάτι άλλο! Ο φτωχός ή ο άνεργος δεν είναι απλώς ένας άνθρωπος με λιγότερα ή καθόλου λεφτά. Είναι ένας άλλος άνθρωπος, τον οποίο η πατρίδα τον αγνοεί, ο πολιτισμός τον προσπερνά, το κράτος τον συνθλίβει και η οικονομική πρόοδος τον θεωρεί περιττό. Αυτός λοιπόν θεωρεί, ως εκ τούτου, τον εαυτό του δικαιολογημένο και απολύτως νομιμοποιημένο να αμφισβητήσει τις κατεστημένες αξίες και τους κανόνες κοινωνικής συμβίωσης που εκείνος ευλαβικά τηρούσε αλλά αποδείχθηκαν γι΄ αυτόν ελάχιστα ή καθόλου χρήσιμες. Έτσι, φίλες και φίλοι επωάζεται το αυγό του φιδιού. Αυτός είναι ο κίνδυνος για τους θεσμούς και τη δημοκρατία.
Πριν ενσκήψει η παρούσα κρίση πολλοί μιλούσαν διστακτικά για κοινωνικό κράτος. Χωρίς όμως ποτέ μέχρι σήμερα να έχουμε κοινωνικό κράτος. Είχαμε σκόρπιες ασύνδετες και συχνά ατελέσφορες κοινωνικές πολιτικές. Όπως είχε ειπωθεί παλαιότερα είχαμε νησίδες προνομίων σ΄ένα πέλαγος ανεπάρκειας.
Τώρα, αν μιλήσουμε για κοινωνικό κράτος είναι σαν να κυνηγάμε μια νέα μεγάλη χίμαιρα. Από κάπου πρέπει ν΄ αρχίσουμε όμως.

ΣτΕ 2790/2014 Χαρακτηρισμός οδών ως δημοτικών ή κοινοτικών - Αρμοδιότητα πολεοδομικού σχεδιασμού



Από τις ισχύουσες διατάξεις θεσπίζεται ειδική διαδικασία για την ανακήρυξη και τον καθορισμό εθνικών και επαρχιακών οδών, δεν προβλέπεται όμως διαδικασία χαρακτηρισμού οδών ως δημοτικών ή κοινοτικών. Τυχόν εκδιδομένη από δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο πράξη χαρακτηρισμού δημοτικής ή κοινοτικής οδού δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, αφού δεν έχει καμία νομική συνέπεια, ούτε δεσμεύει τα διοικητικά όργανα, που είναι αρμόδια να εκδώσουν διοικητική πράξη συναρτωμένη με τον χαρακτήρα της οδού ούτε επηρεάζει τα δικαιώματα των ιδιοκτητών των ακινήτων, από τα οποία διέρχεται η οδός, δεδομένου ότι οι ιδιοκτήτες αυτοί μπορούν, προσφεύγοντας στα πολιτικά δικαστήρια, να ζητήσουν την αναγνώριση και προστασία των δικαιωμάτων τους. Η ιδιότητα δηλαδή μιας οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής συνιστά ζήτημα πραγματικό, εφ΄ όσον ο νόμος δεν προβλέπει ειδική διαδικασία, η οποία να προσδίδει στην οδό τον ανωτέρω χαρακτηρισμό. Η προθεσμία προσβολής με αίτηση ακυρώσεως αποφάσεως, με την οποία αναγνωρίζεται δημοτική οδός σε κυριότερη ή μοναδική, δεν κινείται από τη δημοσίευσή στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αλλ΄ από τη γνώση ή τυχόν κοινοποίησή της εν όψει του περιεχομένου της θεσπιζομένης πολεοδομικής ρυθμίσεως, που περιορίζεται στην αναγνώριση συγκριμένης ή συγκεκριμένων οδών, δεδομένου και ότι για την αναγνώριση δεν διασφαλίζεται η δημόσια ή ατομική γνωστοποίηση και πρόσκληση για τη συμμετοχή των ενδιαφερομένων και την υποβολή ενστάσεων, ώστε διά της σχετικής δημοσιότητας να καθίσταται γνωστή στον ευρύτερο κύκλο των εχόντων έννομο συμφέρον για την προσβολή της. Ένα γήπεδο θεωρείται ότι έχει πρόσωπο, δηλ. κοινό όριο σε οδό, που το καθιστά οικοδομήσιμο, όταν ανεξαρτήτως αν η οδός αυτή είναι εθνική, επαρχιακή, δημοτική ή κοινοτική, υφίσταται νομίμως και είναι ήδη διανοιγμένη εις τρόπον, ώστε να είναι προσπελάσιμη και να παρέχει πράγματι επικοινωνία με το γήπεδο. Η έκδοση διοικητικής πράξεως αναγνώρισης οδού συνιστά άσκηση αρμοδιότητος πολεοδομικού σχεδιασμού, η οποία δεν έχει εντοπισμένο χαρακτήρα, επομένως πρέπει να επιχειρείται με προεδρικό διάταγμα.

Πρόεδρος: Α. Θεοφιλοπούλου, Αντιπρόεδρος ΣτΕ
Εισηγητής: Χ. Λιάκουρας, Πάρεδρος ΣτΕ
Δικηγόροι: Ν. Αγγελής, Π. Δαμουλή

Οι ΔΕΥΑ σε δυναμικό νέο ξεκίνημα.


Το διακύβευμα της 27ης Γενικής Συνέλευσης της ΕΔΕΥΑ 
(Χαλκίδα, 10 Ιουνίου 2016)

 Του Δημήτρη Κατσούλη

Στην 27η Γενική Συνέλευση της Ένωσης Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης (ΕΔΕΥΑ) η οποία συνήλθε την 10η Ιουνίου στην Χαλκίδα τέθηκαν επί τάπητος κρίσιμα ζητήματα που αφορούν τις ΔΕΥΑ. Στο επίκεντρο όμως όλων αυτών τέθηκε η ανάγκη όχι απλώς της διασαφήνισης αλλά κυρίως της ανάδειξης με σύγχρονους και δυναμικούς όρους της νομικής φυσιογνωμίας αλλά και της θεσμικής αποστολής των ΔΕΥΑ. Η παρουσία του Υπουργού Εσωτερικών και υψηλόβαθμης συμμετοχής του Ελεγκτικού Συνεδρίου καθώς και η παρουσία των αντίστοιχων  προέδρων των ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ μαρτυρούν την διεύρυνση της εμβέλειας της Ένωσης ΔΕΥΑ και συνεπώς αποτελούν θετική αφετηρία για να αναδειχθεί επιτέλους με σοβαρότητα το διακύβευμα του θεσμού στην σημερινή πολιτική, οικονομική και κοινωνική συγκυρία.
Προέχει πρωτίστως η αναοριοθέτηση του θεσμικού ρόλου των ΔΕΥΑ και η επαναδιατύπωση του νομικού καθεστώτος. Το ισχυρό νομικό υπόβαθρο του ιδρυτικού ν.1069/1980 παρότι αντέχει στον χρόνο χρειάζεται επιβεβαίωση αλλά και εκσυγχρονισμό. Το ειδικό καθεστώς των Δημοτικών Επιχειρήσεων μετά από νομοθετικές επιλογές χειραγώγησης, αποψίλωσης και ισοπέδωσης έχει αλλοιωθεί. Παρότι η αφετηρία του 1980 ήταν δυναμική, σήμερα δεν αρκεί κανείς να κοιτάξει πίσω. Δεν αρκεί να ξαναποκτήσει όσα απώλεσε. Χρειάζεται πρωτίστως να ξανασχεδιάσει κρατώντας ότι θετικό κατακτήθηκε στα 35 χρόνια ύπαρξης του θεσμού.
Σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε αμφισβητείται η ουσία της αποστολής των ΔΕΥΑ. Η αρμοδιότητα των Δήμων να διαχειρίζονται την ύδρευση και την αποχέτευση. Η αμφισβήτηση έρχεται από τις σειρήνες της ιδιωτικοποίησης στην εκμετάλλευση του κοινωνικού αγαθού του νερού αλλά και από αντιλήψεις ακραίου και άκριτου κρατισμού που δεν μπορούν να διακρίνουν τον δημόσιο χαρακτήρα, την δημοτική διαχείριση και τα ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια λειτουργίας έτσι ώστε να κτίζεται ο ανταποδοτικός χαρακτήρας της υπηρεσίας.
Στην αμφισβήτηση της αποστολής των ΔΕΥΑ συμβάλλει και η εσκεμμένη ή λόγω ασαφούς γνώσης  νομοθετική ισοπέδωση ή μη επαρκής εξειδίκευση της νομικής και διαχειριστικής θέσης των ΔΕΥΑ στο νέο θεσμικό γίγνεσθαι της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης. Ο ν. 3852/2010 με μηχανιστικές ισοπεδωτικές επιλογές συσκότισε την ιδιαιτερότητα των ΔΕΥΑ υπάγοντάς τες και αυτές στο μοντέλο εποπτείας που κατέστρωσε για τους Δήμους και τα Δημοτικά Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου. Ακολούθησαν οι άλλοι μνημονιακοί νόμοι συμπεριλαμβανομένου του νέου Ενιαίου Μισθολογίου όπου επίσης δεν αναγνώρισαν το ειδικό καθεστώς. Η εφαρμογή τους συσσώρευσε προβλήματα και δεν διευκόλυνε την ανταπόκριση των ΔΕΥΑ στις ιδιαίτερα δυσμενείς συνθήκες της κρίσης. Εάν σε αυτά προστεθεί και η εσφαλμένη πρακτική πολλών διοικήσεων που δεν κατανόησαν την ανάγκη προστασίας του θεσμού καθώς και οι συντεχνιακές αγκυλώσεις διαμορφώθηκε τελικά ένα τοπίο που βαρύνει την προοπτική του θεσμού.

Διοίκηση και Πολιτική στους Δήμους

Αποστολή και καθήκον της δημοτικής υπαλληλίας

Άρθρο του Δημήτρη Κατσούλη


Συχνά, μετά από τόσο χρόνια στην Αυτοδιοίκηση, ακούω την αγωνία πολλών αιρετών για την μη ανταπόκριση της δημοτικής υπαλληλίας στις απαιτήσεις τους για την επιτυχία του έργου, έτσι όπως ο καθένας το έχει πλάσει στην φαντασία του ή το έχει σχεδιάσει στην σκέψη του.
Αναλογίζομαι τι σημαίνει αυτό; Πόση αλήθεια ή πόση ψευδαίσθηση περικλείει;
Αποτιμώντας τις μεταρρυθμίσεις των τελευταίων είκοσι χρόνων, που έφεραν την πρωτοβάθμια τοπική αυτοδιοίκηση από την πολυδιάσπαση των 5.600 περίπου μικρών και επιχειρησιακά καχεκτικών κοινοτήτων στους κατά κανόνα υπερμεγέθεις  325 Δήμους του Καλλικράτη, με σταθμό τους 900 Δήμους του Προγράμματος Ι. Καποδίστριας, μπορώ «μετά λόγου γνώσεως» να υποστηρίξω ότι ο ισχυρισμός περί ανεπάρκειας της δημοτικής υπαλληλίας είναι όντως μία ψευδαίσθηση για τους ανυποψίαστους αιρετούς και ένα δάκτυλο πίσω από το οποίο κρύβονται οι ενδεχομένως υποψιασμένοι. Για να ακριβολογώ: όταν το παραγόμενο έργο δεν είναι αρκούντως αποτελεσματικό γιαυτό δεν ευθύνεται η δημοτική υπαλληλία αλλά το δημοτικό πολιτικό σύστημα και ιδίως οι ίδιοι οι αιρετοί και το περιεχόμενο της ηγεσίας τους.
Η εφαρμογή του Προγράμματος Ι. Καποδίστριας ήταν μία ευκαιρία και πάντα φέρνω στην μνήμη το παράδειγμα του επιστημονικού προσωπικού των Δήμων. Όταν το 1998 ξεκίνησε η λειτουργία των νέων ΟΤΑ του προγράμματος Ι.Καποδίστριας είχε προηγηθεί η πρόσληψη 2500 επιστημόνων για να στελεχώσουν τους νέους δήμους. Δεν πέρασε ούτε η πρώτη θητεία των νέων Δημοτικών Αρχών και πολλοί από αυτούς, κυρίως Μηχανικοί, μεταφέρθηκαν στους μεγάλους και μη συνενωθέντες Δήμους, όπου κατά κανόνα διέθεταν ήδη επιστημονικό προσωπικό. Η μεταφορά έγινε με την συναίνεση και ενίοτε την ανακούφιση των Δημοτικών Αρχών. Η Πολιτεία που είχε προτάξει την πρόσληψή τους κατά παρέκκλιση των ισχυουσών τότε διατάξεων, και είχε γιαυτό δαπανήσει μέρος των κονδυλίων για την εφαρμογή της μεταρρύθμισης, αδιαφόρησε και εντέλει ευνόησε την αποψίλωση των νέων Δήμων από το επιστημονικό προσωπικό. Οι Δημοτικές Αρχές δεν κατανόησαν την σημασία της παρουσίας του αφού η μεν στελέχωση του Δήμου με στελέχη πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και μάλιστα μη δημότες τους δεν ήταν διακύβευμα πολιτικού κόστους και εν πολλοίς τους ήταν αδιάφορο αφού για την ωρίμανση και την ένταξη των έργων στο ΕΠΤΑ ή στο τότε ΚΠΣ αρκούσε η καλή γνωριμία με τον Κρατικό Περιφερειάρχη και η συνδρομή των ιδιωτικών μελετητικών γραφείων που πάντα συνδράμουν με το αζημίωτο τους μικρούς και μεσαίους αλλά και τους μεγάλους Δήμους.
Εν τω μεταξύ η οργάνωση των Υπηρεσιών που τότε για πρώτη φορά επεκτάθηκε στο σύνολο των ΟΤΑ,  κατανοήθηκε ως τοποθέτηση «στα κουτάκια» και όχι σαν εργαλείο επίτευξης των επιχειρησιακών στόχων του Δήμου, σε καμία δε περίπτωση ως εργαλείο αναβάθμισης της ποιότητας των παρεχόμενων στους δημότες υπηρεσιών.
Η αποστολή, η οργάνωση και η λειτουργία ενός Δήμου δεν είναι ασφαλώς η περιγραφόμενη πιο πάνω νωχελική κατάσταση παρότι σε πολλές περιπτώσεις, ακόμη και μεγάλων Δήμων, είναι πραγματική.
Οι αιρετοί είναι οι φορείς της πολιτικής εντολής. Εκπροσωπούν την τοπική κοινωνία ως εντολοδόχοι και οφείλουν να διευθύνουν τις τοπικές υποθέσεις με γνώμονα το συλλογικό, δημόσιο τοπικό συμφέρον. Έχουν την ευθύνη της πολιτικής διεύθυνσης του Δήμου, δηλαδή της διαμόρφωσης και εφαρμογής δημοσίων πολιτικών που στοχεύουν στη διαχείριση των προβλημάτων της πόλης  και του τόπου.
Αντίθετα, η δημοτική υπαλληλία είναι το ανθρώπινο δυναμικό που εργάζεται για την υλοποίηση των πολιτικών που σχεδιάζουν οι αιρετοί ως εντολοδόχοι της τοπικής κοινωνίας. Η υπαλληλική σχέση επιβάλλει ασφαλώς την λειτουργία στο πλαίσιο της διοικητικής ιεραρχίας, την ανταπόκριση στην εκτέλεση των καθηκόντων με βάση το εργασιακό αντικείμενο αλλά και τις δεξιότητες, γνώσεις ή και ικανότητες που επιτάσσει η θέση τους. Επειδή η διαδρομή προς την κορυφή της ιεραρχίας είναι διαδικασία αξιολόγησης οι δημοτικοί υπάλληλοι πρέπει να επιδιώκουν διαρκώς να αυξάνουν τα εργασιακά τους προσόντα και να αναπτύσσουν τις δεξιότητες και τις γνώσεις έτσι ώστε να κατακτούν τις θέσεις ευθύνης. Αυτό σημαίνει στοιχειωδώς επαγγελματισμός και αξιοκρατία.
Ο επαγγελματισμός και η χρηστή διοίκηση είναι τα κλειδιά για την επιτυχία κάθε δημοτικής πολιτικής στην πράξη. Ιδιαίτερα σε μία εποχή που οι τεχνολογικές εξελίξεις «τρέχουν» η διαρκής επιμόρφωση, η παροχή κινήτρων για την απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων, η δίκαιη και αντικειμενική αξιολόγηση και κρίση  αποτελούν κεφάλαια της ανάπτυξης του ανθρώπινου δυναμικού που χωρίς αυτά ένας Δήμος δεν μπορεί να προχωρήσει.

Υπό τροποποίηση και η βασική Οδηγία 2008/98/ΕΚ για τα απόβλητα.

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΣΤΟ ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

2.12.2015
COM(2015) 595 final
2015/0275(COD)
Πρόταση
ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
για την τροποποίηση της οδηγίας 2008/98/ΕΚ για τα απόβλητα
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
{SWD(2015) 259 final}
{SWD(2015) 260 final}

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ
1.1. Γενικό πλαίσιο
Η οικονομία της Ένωσης επί του παρόντος χάνει σημαντική ποσότητα πιθανών δευτερογενών πρώτων υλών που βρίσκονται σε ροές αποβλήτων. Το 2013 η συνολική παραγωγή αποβλήτων στην ΕΕ ανήλθε σε περίπου 2,5 δισεκατομμύρια τόνους, εκ των οποίων 1,6 δισεκατομμύρια τόνοι δεν επαναχρησιμοποιήθηκαν ούτε ανακυκλώθηκαν και, ως εκ τούτου, χάθηκαν για την ευρωπαϊκή οικονομία. Εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να ανακυκλωθούν ή να επαναχρησιμοποιηθούν 600 εκατομμύρια τόνοι επιπλέον. Για παράδειγμα, μόνο ένα μικρό ποσοστό (43 %) των αστικών αποβλήτων που παράγονται στην Ένωση ανακυκλώθηκε, ενώ το υπόλοιπο κατέληξε σε χώρους υγειονομικής ταφής (31 %) ή αποτεφρώθηκε (26 %). Συνεπώς, η Ένωση χάνει σημαντικές ευκαιρίες για βελτίωση της αποδοτικής χρήσης των πόρων και δημιουργία μιας περισσότερο κυκλικής οικονομίας.
Όσον αφορά τη διαχείριση των αποβλήτων, παρατηρούνται μεγάλες διαφορές μεταξύ των κρατών μελών της Ένωσης. Το 2011, ενώ έξι κράτη μέλη διέθεσαν σε χώρους υγειονομικής ταφής ποσοστό μικρότερο από 3 % των αστικών αποβλήτων τους, σε 18 κράτη μέλη το ποσοστό αυτό υπερέβη το 50 %, ενώ σε ορισμένα υπερέβη το 90 %. Η άνιση αυτή κατάσταση πρέπει να αντιμετωπιστεί επειγόντως.
Οι προτάσεις τροποποίησης της οδηγίας 2008/98/ΕΚ για τα απόβλητα 1 , της οδηγίας 94/62/ΕΚ για τις συσκευασίες και τα απορρίμματα συσκευασίας 2 , της οδηγίας 1999/31/ΕΚ για την υγειονομική ταφή των αποβλήτων 3 , της οδηγίας 2000/53/ΕΚ για τα οχήματα στο τέλος του κύκλου ζωής τους 4 , της οδηγίας 2006/66/ΕΚ σχετικά με τις ηλεκτρικές στήλες και τους συσσωρευτές και τα απόβλητα ηλεκτρικών στηλών και συσσωρευτών 5 και της οδηγίας 2012/19/ΕΕ σχετικά με τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού 6 εντάσσονται στη δέσμη μέτρων για την κυκλική οικονομία που περιλαμβάνει επίσης την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Closing the loop – An EU action plan for the Circular Economy» (Κλείνοντας τον κύκλο – Σχέδιο δράσης της ΕΕ για την κυκλική οικονομία).

Υπό τροποποίηση η Οδηγία 1999/31/ΕΚ περί υγειονομικής ταφής των αποβλήτων.


Σε εξέλιξη βρίσκεται η διαδικασία τροποποίησης της Οδηγίας 1999/31/ΕΚ για την υγειονομική ταφή των αποβλήτων. Η Οδηγία προσαρμόζεται στους στόχους νέων κατευθύνσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διαχείριση των στερεών αποβλήτων και με την τροποποίηση τίθεται ο στόχος για το 2030 να καταλήγει στην υγειονομική ταφή μόνο το 10% των στερεών αποβλήτων ενώ το υπόλοιπο 90% να αξιοποιείται με τις δράσεις της ανακύκλωσης, κομποστοποίησης, παραγωγής ενέργειας κ.ο.κ. 
Το ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ δημοσιεύσει την πρόταση για την νέα τροποποιητική Οδηγία.

Βρυξέλλες, 2.12.2015
COM(2015) 594 final
2015/0274(COD)
Πρόταση
ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/31/ΕΚ περί υγειονομικής ταφής των αποβλήτων


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ
1.1Γενικό πλαίσιο
Η οικονομία της Ένωσης χάνει επί του παρόντος σημαντική ποσότητα πιθανών δευτερογενών πρώτων υλών που βρίσκονται σε ροές αποβλήτων. Το 2013 η συνολική παραγωγή αποβλήτων στην ΕΕ ανήλθε σε περίπου 2,5 δισ. τόνους εκ των οποίων 1,6 δισεκατομμύρια τόνοι δεν επαναχρησιμοποιήθηκαν ή ανακυκλώθηκαν και, κατά συνέπεια, χάθηκαν για την ευρωπαϊκή οικονομία. Εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να ανακυκλωθούν ή να επαναχρησιμοποιηθούν 600 εκατομμύρια τόνοι επιπλέον. Για παράδειγμα, ένα μικρό ποσοστό (43 %) μόνο των αστικών αποβλήτων που παρήχθησαν στην Ένωση υποβλήθηκε σε ανακύκλωση, ενώ το υπόλοιπο κατέληξε σε χώρους υγειονομικής ταφής (31 %) ή αποτεφρώθηκε (26 %). Κατά συνέπεια, η ΕΕ χάνει σημαντικές ευκαιρίες να βελτιώσει την αποδοτικότητα των πόρων και να δημιουργήσει μια πιο κυκλική οικονομία.
Όσον αφορά τη διαχείριση των αποβλήτων, η Ένωση αντιμετωπίζει επίσης μεγάλες διαφορές μεταξύ των κρατών μελών. Το 2011 έξι κράτη μέλη απόθεσαν σε χώρους υγειονομικής ταφής λιγότερο από το 3 % των αστικών αποβλήτων τους, 18 κράτη μέλη περισσότερο από το 50 % και ορισμένα κράτη μέλη περισσότερο από το 90 %. Αυτή η ανομοιογενής κατάσταση πρέπει να αντιμετωπιστεί επειγόντως.
Οι προτάσεις για την τροποποίηση της οδηγίας 2008/98/EK για τα απόβλητα 1, της οδηγίας 94/62/EΚ για τις συσκευασίες και τα απορρίμματα συσκευασίας 2, της οδηγίας 1999/31/EΚ περί υγειονομικής ταφής των αποβλήτων 3 , της οδηγίας 2000/53/EΚ για τα οχήματα στο τέλος του κύκλου ζωής τους 4 , της οδηγίας 2006/66/EΚ σχετικά με τις ηλεκτρικές στήλες και τους συσσωρευτές και τα απόβλητα ηλεκτρικών στηλών και συσσωρευτών 5 και της οδηγίας 2012/19/EΕ σχετικά με τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού 6 αποτελούν μέρος της δέσμης μέτρων για την κυκλική οικονομία, η οποία περιλαμβάνει επίσης ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Κάλυψη του κενού – Σχέδιο δράσης της ΕΕ για την κυκλική οικονομία».

Ο νέος δήμος στο επίκεντρο αίσιων μεταρρυθμίσεων

IΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ
2ο Πανελλήνιο Επιστημονικό Συνέδριο
ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ, ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗ
Ηράκλειο 1-3 Απριλίου 2016
2ο Συμπόσιο:
Ο Αναπτυξιακός και Κοινωνικός Ρόλος της Αυτοδιοίκησης
στην Εποχή της Κρίσης
Ηράκλειο  2 Απριλίου 2016


Εισηγητής: Δημήτρης Κατσούλης
Νομικός,  τ. Δήμαρχος Αυλώνος Ευβοίας

Πρόλογος
Επίκαιρος ο τίτλος του συμποσίου: «Ο αναπτυξιακός και κοινωνικός ρόλος της Αυτοδιοίκησης στην Εποχή της Κρίσης». Ευθύς έρχεται στον νου η σκέψη ότι ο αναπτυξιακός και κοινωνικός ρόλος της τοπικής αυτοδιοίκησης αναζητάται στην εποχή της απροκάλυπτης χειραγώγησης και της οικονομικής αφαίμαξής της, της μείωσης δηλαδή των διαθέσιμων πόρων και παράλληλα της πρόσθεσης γραφειοκρατικών ελέγχων και ασφυκτικού πλαισίου λειτουργίας εξαιτίας τόσο των εξωτερικών παρεμβάσεων αλλά και των εσωτερικών αδυναμιών και αντιφάσεων της ίδιας της τοπικής αυτοδιοίκησης. Σε αυτό το πλαίσιο ο μεν αναπτυξιακός ρόλος περιθωριοποιείται αφού δεν υπάρχει εξάλλου ανάπτυξη για να εξελιχθεί ο ρόλος αυτός ενώ ο κοινωνικός ρόλος ασκείται χωρίς την οργανωτική και λειτουργική αυτάρκεια η οποία θα επέτρεπε στις τοπικές αρχές, στους Δήμους να καλύψουν τις πραγματικές ανάγκες των τοπικών κοινωνιών, ειδικότερα των κοινωνικών ομάδων που έχουν ανάγκη και παράλληλα να διαμορφώσουν και να ασκήσουν πολιτικές ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής. Έτσι οι Δήμοι καταλήγουν να είναι απλώς πάροχοι περιορισμένων υπηρεσιών αξιοποιώντας κυρίως τις χρηματοδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κυνηγώντας διαρκώς την ροή τους έτσι ώστε να εξασφαλίσουν την εργασιακή διάθεση πραγματικά αξιόλογων εργαζομένων. Το ότι οι Δήμοι είναι αποτελεσματικότεροι πάροχοι κοινωνικών υπηρεσιών ιδίως στον τομέα της κοινωνικής φροντίδας αυτό είναι ιστορικά και επιστημονικά αποδεδειγμένο μέσα από την εμπειρία όχι τόσο της ελληνικής όσο της ευρωπαϊκής αυτοδιοίκησης. Το ότι η κρίση αύξησε τις ανάγκες κοινωνικής φροντίδας επίσης είναι δεδομένο. Συνεπώς η συμβολή της τοπικής αυτοδιοίκησης στην κοινωνική φροντίδα είναι περισσότερο απαιτητική στην φάση της κρίσης. Αυτό όμως δεν πρέπει να περιχαρακώνει την συζήτηση για το παρόν και την προοπτική της αυτοδιοίκησης σε επιμέρους ρόλους παραγνωρίζοντας το κυρίαρχο κατά την γνώμη μου διακύβευμα: ποια αυτοδιοίκηση θέλουμε σε ποιο κράτος και με ποια σχέση με την κοινωνία;
1.   Εισαγωγή
Η εισήγησή μου επικεντρώνεται στην πρωτοβάθμια τοπική αυτοδιοίκηση, στον Δήμο. Εξάλλου το πεδίο αυτό είναι ιστορικά και διαχρονικά ο πολιτικός και διοικητικός θεσμός κύτταρο της Πολιτείας και όπως τα κύτταρα διαμορφώνουν έναν οργανισμό, ο Δήμος για να είναι κύτταρο της Δημοκρατικής Πολιτείας πρέπει να είναι ο ίδιος πεδίο δημοκρατίας. Δεν είναι τέτοιο a priori, πρέπει να οργανώνεται και να λειτουργεί έτσι. Μεταχειριζόμαστε μία έννοια, την Τοπική Δημοκρατία. Δεν είναι μία έννοια αφηρημένη αλλά έχει συγκεκριμένο πεδίο και συγκεκριμένες συνιστώσες. Ο βαθμός ανάπτυξής της, η αποτελεσματικότητά της και κυρίως η ικανότητα διαχρονικής ανανέωσης είναι στοιχεία που προσδίδουν στον Δήμο χαρακτηριστικά ανταπόκρισης στους επιμέρους ρόλους του και συνεπώς και στον αναπτυξιακό και κοινωνικό ρόλο.
Η τοπική δημοκρατία βασίζεται σε τρεις πυλώνες. Το περιεχόμενο της τοπικής εξουσίας, δηλαδή στο βαθμό αποκέντρωσης, στις αρμοδιότητες, στην σαφή διάκρισή τους μεταξύ των δύο βαθμών και με το κεντρικό κράτος, σε ένα καλά δομημένο θεσμικό και λειτουργικό πλαίσιο συνεργασιών μεταξύ των επιπέδων πολυεπίπεδης διακυβέρνησης. Εν συνεχεία βασίζεται στο σύστημα διακυβέρνησης, δηλαδή στα αιρετά όργανα, τις διαδικασίες λήψεις των αποφάσεων, στο δίκτυο διαδικασιών πολιτικής συμμετοχής, στην σχέση μεταξύ πολιτικού προσωπικού και δημοτικής υπαλληλίας, στην ανάπτυξη των ανθρωπίνων πόρων. Τρίτος πυλώνας είναι η κοινωνία των πολιτών και η συμμετοχή της στην διαμόρφωση των δημοτικών πολιτικών.

“Ο προληπτικός έλεγχος διασφαλίζει τα συμφέροντα των ΟΤΑ”

'Αρθρο του Πάνου Σκοτινιώτη
Αναδημοσίευση από http://www.aftodioikisi.gr 
Αν σε κάτι συμφωνούν ακόμη και οι πιο σκληροί πολέμιοι της μεταρρύθμισης του «Καλλικράτη», είναι ότι εισήγαγε σημαντικές καινοτομίες στον τομέα της χρηστής διοίκησης και της διαφάνειας. Οι καινοτομίες αυτές επέτρεψαν να έλθουν στον αφρό όλες τις παθογένειες που είχαν παρουσιαστεί στους κόλπους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και είχαν οδηγήσει το θεσμό σε βαθιά κρίση και πολιτική απαξίωση.
Μία από τις πιο κρίσιμες καινοτομίες υπήρξε η γενική καθιέρωση του προληπτικού ελέγχου στις δαπάνες όλων των ΟΤΑ, των νομικών τους προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και των κοινωφελών επιχειρήσεων, των επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης και των δημοτικών ανωνύμων εταιρειών. Ο έλεγχος αυτός, ο οποίος ασκείται από το Ελεγκτικό Συνέδριο, αφορά τη νομιμότητα και την κανονικότητα της δαπάνης και όχι τη σκοπιμότητα των πράξεων του ΟΤΑ. Η δημοσιονομική εποπτεία, δηλαδή, δεν μπορεί ούτε να μεταρρυθμίζει τις πράξεις των αιρετών οργάνων του ΟΤΑ, ούτε να τα υποκαθιστά στην ιεράρχηση των προτεραιοτήτων τους και στο κατά πόσο αυτές ικανοποιούν αποτελεσματικότερα τις τοπικές ανάγκες.
Η γενική καθιέρωση του προληπτικού ελέγχου αποτέλεσε, κατά κοινή ομολογία, σημαντικό βήμα για να μπει φρένο σε φαινόμενα διαφθοράς, κακοδιαχείρισης και διασπάθισης του δημοσίου χρήματος που «ανθούσαν» και στο χώρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ιδιαίτερα των δημοτικών επιχειρήσεων.
Γι’ αυτό και είναι εντελώς ακατανόητη η κατάργηση, με τον πρώτο εφαρμοστικό νόμο του τρίτου μνημονίου (Ν.4337/2015), του προληπτικού ελέγχου των δαπανών που ασκεί το Ελεγκτικό Συνέδριο στους ΟΤΑ και συνολικά στους φορείς του Δημοσίου.

Η τοπική αυτοδιοίκηση μπροστά στην προσφυγική κρίση.

Άρθρο του Δημήτρη Κατσούλη

Ευρωπαϊκή Ένωση, Ελλάδα και προσφυγική έκρηξη
Η έκρηξη του προσφυγικού-μεταναστευτικού προβλήματος έχει αναδείξει την αδυναμία των ηγεσιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διαχειριστούν  σύνθετα και οξυμένα προβλήματα και κρίσεις και κυρίως να συνθέσουν μία ενιαία πολιτική διαχείρισης κρίσεων με κριτήριο την υπεράσπιση των αξιών της ειρήνης, της ανθρωπιστικής αλληλεγγύης και της ασφάλειας. Όμως αυτή είναι μία πραγματικότητα η οποία δεν θα αλλάξει εύκολα και κυρίως δεν θα μεταβληθεί αυτόματα. Απαιτείται κοινή προσπάθεια των προοδευτικών δυνάμεων της Ευρώπης και προς αυτή την κατεύθυνση ακόμη δεν φαίνεται κάποια σοβαρή πρωτοβουλία.
Στο πλαίσιο αυτής της διεθνούς πραγματικότητας η Ελλάδα της δικής της κρίσης και των δικών της αδιεξόδων οφείλει να διαχειριστεί την αθρόα έλευση των προσφύγων και των μεταναστών και κυρίως να εφαρμόσει τα απαιτούμενα από το διεθνές δίκαιο προστασίας των προσφύγων, τα απαιτούμενα από την υπεράσπιση των αξιών της ανθρώπινης ζωής και των δικαιωμάτων  ανθρώπων που διαβιούν στην απόλυτη απελπισία και εξαθλίωση. Οφείλει παράλληλα να συμβάλλει στην προώθηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο ενός ανθρωπιστικού σχεδίου διαχείρισης της προσφυγικής κρίσης με άξονα τις αρχές της αλληλεγγύης των ευρωπαίων εταίρων και της εφαρμογής πολιτικών βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης και εν συνεχεία ελεύθερης εγκατάστασης των προσφύγων στις χώρες που αυτοί επιλέγουν παράλληλα με μεσοπρόθεσμες πολιτικές ένταξης και ομαλής συμβίωσης μεταξύ των λαών της Ευρώπης και των προσφυγικών πληθυσμών.
Στον αντίποδα αυτής της προσπάθειας για διαχείριση με εφαρμογή αξιών και προοδευτικών πολιτικών βρίσκεται η Ευρώπη των κλειστών συνόρων, της ξενοφοβίας και της ρατσιστικής καθαρότητας, η Ευρώπη του φόβου και της αντίδρασης. Αντίστοιχες φωνές και οργανωμένες ή αυθόρμητες εκφράσεις αναπτύσσονται ή υποθάλπονται και στην Ελλάδα. Σε αυτή την Ευρώπη οι πραγματικά και όχι προσχηματικά προοδευτικές δυνάμεις πρέπει να αντιτάξουν δυναμικά την δική τους ανθρωπιστική και ειρηνική διαχείριση με επίκεντρο την αξία της ανθρώπινης ζωής και των δικαιωμάτων που θεμελίωσε μεταξύ των άλλων και ο Ευρωπαϊκός Πολιτισμός.
Όλα τα παραπάνω δεν αναιρούν την ευθύνη για την αντιμετώπιση των αιτιών που διώχνουν τους ανθρώπους από τα σπίτια και την πατρίδα τους, ευθύνη που βαρύνει καθοριστικά τις Ηγετικές Δυνάμεις της Ευρώπης. Παράλληλα η έως τώρα διαχείριση της προσφυγικής κρίσης στην Ελλάδα δεν παύει να είναι και αποτέλεσμα λαθεμένων πολιτικών διαχείρισης της Κυβέρνησης και γενικότερα του ελληνικού πολιτικού συστήματος.
Όμως το προσφυγικό πρόβλημα είναι μία πραγματικότητα που καθημερινά αποκτά διαρκώς τραγικότερες διαστάσεις. Η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να φιλοξενήσει στην επικράτειά της πολλές δεκάδες χιλιάδες ίσως και εκατοντάδες χιλιάδες προσφύγων και μεταναστών. Η αδυναμία απόλυτης επιτήρησης των θαλασσίων συνόρων παράλληλα με το κλείσιμο του βαλκανικού διαδρόμου καθιστούν την πατρίδα μας καταφύγιο εξαθλιωμένων ψυχών που αναζητούν μάταια τον δρόμο για την δική τους Ιθάκη.
Η ελληνική κοινωνία θα ζήσει επί μακρόν με αυτούς τους ανθρώπους. Γιαυτό οι θεσμοί που την οργανώνουν και την αντιπροσωπεύουν νομικοπολιτικά και συλλογικά πρέπει να οργανώσουν την συμβίωση και την φιλοξενία. Σε αυτό το έργο κρίσιμος είναι ο ρόλος των Δήμων σε πρώτο επίπεδο και των Περιφερειών σε ευρύτερο στάδιο.

Το διακύβευμα για τις τοπικές κοινωνίες και τους αιρετούς ηγέτες τους.
Οι δημοτικές και περιφερειακές αρχές καλά κάνουν και αναδεικνύουν την έλλειψη συντονισμού σε κεντρικό κρατικό επίπεδο, καλά κάνουν και επισημαίνουν τα ζητήματα  ασφαλούς συμβίωσης και ανθρωπιστικής αρωγής στους πρόσφυγες αλλά δεν κάνουν καλά όταν εγείρουν προσχηματικά διαδικαστικά θέματα ή δήθεν φιλάνθρωπες διακηρύξεις για να κρύψουν την ανοχή σε ρατσιστικές και ξενοφοβικές αντιλήψεις που επωάζονται στις τοπικές κοινωνίες ή για να εξαργυρώσουν την ανασφάλεια των πολιτών τους με το πολιτικό όφελος του προστάτη της ασφάλειας και της ησυχίας των συμπολιτών τους, όταν την ίδια στιγμή η Ελλάδα πλημμυρίζει από εξαθλιωμένους πρόσφυγες όλων των ηλικιών.

Κεντρική διοίκηση και (αυτο)διοίκηση στη πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας

Γράφει ο Γιάννης Κυριόπουλος
Ομότιμος Καθηγητής Οικονομικών Υγείας 

Αναδημοσίευση από το MATRIX24

Τέσσερις δεκαετίες σχεδόν, μετά τη διατύπωση της Στρατηγικής "Υγεία για Όλους", του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, το πνεύμα και το γράμμα της Διακήρυξης της Alma - Ata για τη Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (το 1977) παραμένει εισέτι μετέωρο. Η ανατρεπτική προσέγγιση αυτής της πρότασης έχει τεθεί -για πολλά χρόνια- στο περιθώριο. Επειδή, πλήττει καιρίως το " πατερναλιστικό" χαρακτήρα της κλινικής ιατρικής και απειλεί τους μηχανισμούς αναπαραγωγής του status quo. Ακόμη, ακυρώνει σε μείζονα βαθμό τις τεχνικές ιδιοποίησης του κοινωνικού πλεονάσματος από μέρους του ιατροτεχνολογικού συμπλέγματος.

Όμως, η παγκόσμια οικονομική κρίση και συνακόλουθα οι φθίνουσες αποδόσεις στον υγειονομικό τομέα επαναφέρουν στην επικαιρότητα τη πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας. Καθώς επίσης και την ανάγκη αλλαγής του "παραδείγματος" στην υγεία και την ιατρική περίθαλψη. Δηλαδή τη "μετατόπιση από τη δαπανηρή και τεχνολογική νοσοκομειακή περίθαλψη στην ήπια και αποδοτική πρωτοβάθμια φροντίδα. Σε συνδυασμό με τη διαχείριση και τον έλεγχο των κοινωνικών και οικονομικών προσδιοριστών της υγείας.
Εν άλλοις λόγοις, η αναγκαιότητα "ολικής επαναφοράς" στη Διακήρυξη της Alma - Ata υπηρετεί την ανάγκη αναζήτησης της αποδοτικότητας. Ταυτοχρόνως, υπηρετεί τη προαγωγή αλλαγών διαρθρωτικού χαρακτήρα για τη βελτίωση των εκβάσεων στη περίθαλψη. Υπό το πρίσμα αυτό, η ρητορική και πρακτική υποστήριξη μιας ανάλογης "στροφής" έχει θετικό χαρακτήρα και επιπλέον είναι χρήσιμη η προσπάθεια διεύρυνσής της.
Με την έννοια αυτή, η επισήμανση ενέχει επίσης υψηλή σημασία επειδή η μακρόχρονη εμπειρία διοίκησης του κρατικού συστήματος υγείας εμφανίζει δομικές ιδιορρυθμίες και γέμει αντιφάσεων. Οι οποίες προδήλως εμποδίζουν τη καλή και αποδοτική λειτουργία των υπηρεσιών υγείας.
Στη παρούσα συγκυρία, η περιστολή της χρηματοδότησης των υγειονομικών υπηρεσιών προκαλεί διεύρυνση των κοινωνικών κινδύνων και συνακόλουθα αύξηση της ζήτησης της φροντίδας υγείας. Η οποία όμως δεν βρίσκει τη δέουσα ανταπόκριση και προκαλεί ευθέως μεγέθυνση της μη ικανοποιημένης ανάγκης.
Η προσπάθεια για μια λυσιτελή απεμπλοκή βασίζεται στη μη πρόσθετη επιβάρυνση του εισοδήματος των νοικοκυριών, (μέσω των φόρων και των εισφορών) και προσθέτως στην διασφάλιση πρωτοβάθμιας φροντίδας, "ισοδύναμης" στον επιτρεπόμενο βαθμό -σε επάρκεια και ποιότητα- προς την ιδρυματική νοσοκομειακή περίθαλψη.

Ο Δήμος του μέλλοντος. Προτάσεις για τη μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης


Γράφει ο Κωστής Σιμιτσής, 
πρώην Δήμαρχος Καβάλας

Αναδημοσίευση από: www.ekyklos.gr 

Η διοικητική μεταρρύθμιση που επιτεύχθηκε με τον «Καλλικράτη» είχε αποφασιστεί πολύ πριν από τους εξαναγκασμούς των Μνημονίων, στιγματίστηκε όμως πολιτικά από τα τελευταία και ταλαιπωρήθηκε από την οικονομική κρίση.
Ωστόσο, οι συνενώσεις των Δήμων και η απονομή αρμοδιοτήτων -έστω και χωρίς τη μεταφορά αντίστοιχων πόρων- συνετέλεσαν αποφασιστικά στην επαρκή λειτουργία της διοικητικής μηχανής, στην οικονομία κλίμακας, στην απορρόφηση πόρων από το ΕΣΠΑ και στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής τη δύσκολη περίοδο που διανύουμε.
Έφτασε ο χρόνος για την αποτίμηση του «Καλλικράτη» πέρα από ιδεοληπτικές στρεβλώσεις.
Σήμερα, έξι χρόνια μετά τον Ν. 3852/2010 και ενώ έχουν μεσολαβήσει δύο εκλογικές αναμετρήσεις για τους Δήμους και τις Περιφέρειες, έφτασε ο χρόνος για την αποτίμηση του «Καλλικράτη» πέρα από ιδεοληπτικές στρεβλώσεις. Επιπλέον, είναι ώριμες οι συνθήκες για να γίνουν διορθώσεις, ακόμη και ριζικές αναθεωρήσεις σε ζητήματα που επηρεάζουν τη λειτουργία των δύο βαθμών Αυτοδιοίκησης και καθορίζουν το μέλλον τους.
Με το σημείωμα αυτό επιχειρείται η διατύπωση προτάσεων για μερικά από τα θέματα της πρωτοβάθμιας Αυτοδιοίκησης. Ακόμη και όσες έχουν διαδικαστικό χαρακτήρα δεν παύουν εντούτοις να συναρτώνται με το πολύ ουσιαστικό ζήτημα της οικονομικής επιβίωσης των αυτοδιοικητικών θεσμών.
 
* Ο Πίνακας που συνοδεύει το κείμενο, είναι:  Lowry (1887 –1976), Going to Work

Α. Κωδικοποίηση – βελτίωση της νομοθεσίας

Η συμβολή του εσωτερικού ελέγχου στον ποιοτικό εκσυγχρονισμό της τοπικής αυτοδιοίκησης

Άρθρο του Δημήτρη Κατσούλη


Κατά γενική ομολογία το πλέγμα των ελέγχων που έχουν καταστρωθεί με αντικείμενο την λειτουργία και τη διαχείριση της τοπικής αυτοδιοίκησης είναι πολυπληθείς και αντιπαραγωγικοί. Στην κορωνίδα αυτών τοποθετείται ο έλεγχος νομιμότητας των πράξεων των οργάνων της Αυτοδιοίκησης που ασκείται σήμερα από τον Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης διότι η εκάστοτε Κυβέρνηση από το 2010 έως σήμερα δεν είναι σε θέση ή δεν θέλει να θέσει σε εφαρμογή τον θεσμό του Ελεγκτή Νομιμότητας που προβλέπεται στον ν. 3852/2010 (Καλλικράτης). Εν τω μεταξύ ασκείται προληπτικός έλεγχος επί των δαπανών των ΟΤΑ πρώτου βαθμού από τον Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου και σε δεύτερο βαθμό από το αρμόδιο Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Ο έλεγχος αυτός αποτελούσε αίτημα της ΚΕΔΚΕ κατά το παρελθόν πλην όμως η άσκησή του λόγω και της μη επαρκούς στελέχωσης των ανά τους νομούς Υπηρεσιών του Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου καθώς και της νομολογιακής κουλτούρας πολλών Επιτρόπων δημιουργεί προβλήματα στην εύρυθμη οικονομική λειτουργία των ΟΤΑ παρότι ασφαλώς τους προστατεύει από τις σκληρές συνέπειες καταλογισμών που επιφέρει ο κατασταλτικός έλεγχος  ο οποίος διεξάγεται μόνο δειγματοληπτικά αλλά επί συντελεσμένων ήδη δαπανών.
Πέραν των δύο βασικών ελέγχων και άλλων που προκύπτουν μετά από προανακριτικές ή άλλες διαδικασίες οικονομικού κυρίως ελέγχου έχει προστεθεί τα τελευταία χρόνια και ο προδιαδικαστικός έλεγχος επί των προϋπολογισμών των ΟΤΑ που ασκείται από το Παρατηρητήριο της (δήθεν) Οικονομικής Αυτοτέλειας.
Οι παραπάνω έλεγχοι ασκούνται καταρχήν στο όνομα της εποπτείας την οποία το Κράτος κατά το Σύνταγμα ασκεί στους Δήμους και τις Περιφέρειες χωρίς όμως να επιτρέπεται να περιοριστεί η ελευθερία δράσης και πρωτοβουλίας. Αποκλειστικά ορίζονται ως έλεγχοι νομιμότητας ή -ως προς δαπάνες- κανονικότητας. Στην πράξη όμως, σε αρκετές περιπτώσεις, διολισθαίνουν σε συγκεκαλυμένους ελέγχους σκοπιμότητας. Σε αυτό συντελεί κυρίως η διαχρονική προσπάθεια των κεντρικών κρατικών οργάνων να περιορίσουν την τοπική αυτονομία, υπό την έννοια του άρθρου 3, παρ.1 του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας, και να χειραγωγήσουν την τοπική αυτοδιοίκηση καθιστώντας την καταρχήν αναποτελεσματική εφόσον ενδυναμώνεται η γραφειοκρατική δαιδαλώδης διαδικασία λήψης και κυρίως εφαρμογής των Αποφάσεων.
Από την άλλη πλευρά όμως και η τοπική αυτοδιοίκηση δια των συλλογικών της οργάνων αντιμετωπίζει το ζήτημα της εποπτείας και των ελέγχων με αμυντικές και απολογητικές λογικές αρκούμενη σε συνεννοήσεις με τα αρμόδια κρατικά όργανα και με το Ελεγκτικό Συνέδριο, ή με επικοινωνιακού χαρακτήρα αντιπαράθεση χωρίς να καταστρώσει πολιτικές κατοχύρωσης της τοπικής αυτονομίας ενισχύοντας εν προκειμένω την ικανότητα των Δήμων (σε μικρότερο βαθμό και με άλλες αποχρώσεις αφορά και τις Περιφέρειες) να βελτιώσουν την διαδικασία λήψης των Αποφάσεών τους με το ελάχιστο δυνατόν κίνδυνο διάγνωσης ζητημάτων μη νομιμότητας ή μη κανονικότητας των δαπανών και εν συνεχεία περιορισμού των υποθέσεων που προσκρούουν στους ελέγχους. Εν γένει ως προς την νομιμότητα η ίδια η τοπική αυτοδιοίκηση βελτιώνοντας την λειτουργική της ικανότητα μπορεί να διαφυλάξει την διοικητική της αυτοτέλεια μη αρκούμενη σε αμυντικές διαμαρτυρίες και αφήνοντας τα κρατικά όργανα να ασκούν την εποπτεία με όρους χειραγώγησης της τοπικής αυτονομίας.
Κατά την γνώμη μας αυτό απαιτεί διαμόρφωση, σχεδιασμό και εφαρμογή διαδικασιών εσωτερικού ελέγχου σε συνδυασμό με την ενίσχυση της ικανότητας των διοικητικών στελεχών να υπηρετούν στόχους διοίκησης ολικής ποιότητας. Είναι γεγονός ότι η κρατούσα νοοτροπία του πολιτικού προσωπικού της τοπικής αυτοδιοίκησης δεν είναι ευνοϊκό πεδίο για τις διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου. Αυτό είναι ένα κομβικό πρόβλημα και για την ικανότητα υπεράσπισης της τοπικής αυτονομίας. Αυτή η νοοτροπία πρέπει να αλλάξει για να αλλάξει και η διολίσθηση της τοπικής αυτοδιοίκησης προς την απόλυτη υπαγωγή της στην κεντρική εξουσία.
Με άλλα λόγια η κατοχύρωση της τοπικής αυτονομίας, δηλαδή της διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας της τοπικής αυτοδιοίκησης δεν επιτυγχάνεται σε καμία περίπτωση με την ψήφιση μόνο του κατάλληλου κανονιστικού πλαισίου διότι η πείρα έχει δείξει ότι ακόμη και οι καλές προθέσεις του νομοθέτη καταλήγουν σε αντίθετο αποτέλεσμα στα χέρια των εφαρμοστών τους, κατά κύριο λόγο της κεντρικής και αποκεντρωμένης γραφειοκρατίας των Κρατικών Οργάνων αλλά και της ολιγωρίας και αδυναμίας των αιρετών της αυτοδιοίκησης να αξιοποιήσουν τις τυχόν καλές προθέσεις του νομοθέτη. Τα πράγματα είναι χειρότερα όταν δεν υπάρχουν ούτε αυτές οι καλές προθέσεις.
Η κατοχύρωση της τοπικής αυτονομίας είναι πρωτίστως υπόθεση των ίδιων των Δήμων και Περιφερειών. Είτε ως στόχος διεκδίκησης είτε ως πεδίον λειτουργίας και διαχείρισης.

Σύμπραξη για την Αθήνα

Γιώργος Καμίνης
Δήμαρχος Αθηναίων 
Αναδημοσίευση από: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 14.2.2016

Ε​​νας δήμαρχος που θέλει στη σημερινή Ελλάδα να κάνει σωστά τη δουλειά του, πρέπει διαρκώς να ισορροπεί ανάμεσα σε τέσσερις βασικές προτεραιότητες. Καταρχάς να διασφαλίζει την καθημερινή λειτουργία της πόλης του. Δεύτερον, να ανταποκρίνεται στις κοινωνικές ανάγκες που διαρκώς γεννά η τρέχουσα οικονομική κρίση (συσσίτια, ξενώνες αστέγων, διανομή αγαθών πρώτης ανάγκης, κοινωνικά φροντιστήρια, κ.λπ.).
Τρίτον, να αντιδρά με ταχύτητα στις, έκτακτες ή συνήθεις πλέον, πολιτικές και κοινωνικές αναταραχές που ζούμε τα τελευταία χρόνια (πολιτική βία, απεργίες διαρκείας, καταλήψεις δημοσίων κτηρίων, εκτεταμένη παραβατικότητα κ.λπ.). Τέταρτον, σε πολλές πόλεις, όπως π.χ. στην Αθήνα, ο δήμαρχος είναι επιπλέον υποχρεωμένος να αντιμετωπίσει και τις πολλαπλές συνέπειες του προσφυγικού/ μεταναστευτικού ζητήματος που απειλεί να αποδιαρθρώσει μια κοινωνία, οι αντοχές της οποίας δοκιμάζονται σε οριακό σημείο τα τελευταία έξι χρόνια. Θα έλεγε κανείς ότι όλα αυτά συγκροτούν μια πολύπλευρη πραγματικότητα, την οποία κάθε δήμαρχος που δρα σε παρόμοιες συνθήκες είναι υποχρεωμένος να αντιμετωπίσει. Κατά κάποιο τρόπο, η χρόνια και πολύπλευρη κρίση που βιώνει η χώρα μας έχει διαπλάσει μια δική της «κανονικότητα», ένα εκρηκτικό μείγμα καθημερινότητας και έκτακτων περιστάσεων, όπου σαφώς υπερτερούν οι δεύτερες, αφού ακόμη και η καθημερινότητα στις μέρες μας δεν υπακούει σε κάποια ρουτίνα. Η δραματική μείωση των πόρων, έμψυχων και υλικών, μαζί με άλλα πολλά έχουν δυσχεράνει αφάνταστα την προσπάθεια ενός δημάρχου, ακόμη και στα στοιχειώδη, π.χ. την καθαριότητα.

Πολλάκις κουτοπόνηρη η μεταχείριση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης ως «υποζυγίου» των προβλημάτων υποχρηματοδότησης του ΕΣΥ


Άρθρο του Δημήτρη Κατσούλη
Νομικού, τέως Δημάρχου Αυλώνος Ευβοίας

Διάταξη με τίτλο «Κάλυψη εκτάκτων λειτουργικών αναγκών των Δημοσίων Δομών Υγείας από τους ΟΤΑ Α΄ και Β΄ Βαθμού και Νομικών Προσώπων αυτών» προτείνεται με υπουργική τροπολογία στο Σχέδιο Νόμου «Μέτρα για την επιτάχυνση του Κυβερνητικού Έργου και άλλες διατάξεις» το οποίο εισηγείται ο Υπουργός Υγείας. H τροπολογία κατατέθηκε την Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2016, το απόγευμα, στις 16.15μμ από τον Υπουργό Εσωτερικών κ. Παναγιώτη Κουρουπλή ως πρώτο υπογράφοντα.
Με τη διάταξη αυτή παρέχεται η «δυνατότητα» στους Δήμους, τις Περιφέρειες και τα Νομικά τους Πρόσωπα να χρηματοδοτούν Νοσοκομεία, Κέντρα Υγείας και άλλες δημόσιες δομές Υγείας ιδίως για « την κάλυψη άμεσων και απαραίτητων αναγκών για τη διασφάλιση της υγείας των πολιτών και ιδίως ιατρικό υλικό, ιατρικά μηχανήματα, τεχνικά έργα και επισκευές, ενεργειακές ανάγκες-καύσιμα.» Η σχετική απόφαση λαμβάνεται μετά από αίτημα του Διοικητή ή Προέδρου των Δομών Υγείας. Η Απόφαση λαμβάνεται από τον Δήμαρχο ή το Περιφερειάρχη ή τον Πρόεδρο του Δ.Σ. του Νομικού Προσώπου μετά από απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής και ως προς τα Νομικά Πρόσωπα με απόφαση του Προέδρου του Νομικού Προσώπου μετά από εισήγηση των οικονομικών του Υπηρεσιών. Η επιχορήγηση αυτή μάλιστα δεν υπόκεινται στον προληπτικό έλεγχο του Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Δικαίως τόσο η ΚΕΔΕ όσο και πολλοί αυτοδιοικητικοί εκφράζουν την αντίθεσή τους σε αυτή τη διάταξη. Οι λόγοι είναι αρκετοί και συγκεκριμένοι:
Πρώτον, θα πυροδοτήσει κύμα αιτημάτων χρηματοδότησης με την πίεση τοπικών κοινωνιών εφόσον οι ανάγκες στην υλικοτεχνική υποδομή των Δομών Υγείας καθώς και στον ιατρικό εξοπλισμό είναι τεράστιες λόγω της υποχρηματοδότησης του ΕΣΥ.
Δεύτερον, την τελευταία εξαετία οι πόροι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης έχουν συρρικνωθεί και οι Δήμοι και Περιφέρειες αδυνατούν να καλύψουν δικές τους ανάγκες για τις οποίες έχουν αρμοδιότητα. Με ποιους πόρους θα χρηματοδοτήσουν έκτακτες ανάγκες των Νοσοκομείων;
Τρίτον, εφόσον οι πόροι αυτοί θα προέλθουν από τον ισχνό προϋπολογισμό τους ως προς τι ορίζεται ειδική διαδικασία και μάλιστα κατά παρέκκλιση της κείμενης ήδη νομοθεσίας για την οικονομική λειτουργία των Δήμων και Περιφερειών; Για παράδειγμα πως η Απόφαση λαμβάνεται από τον Δήμαρχο ή τον Περιφερειάρχη όταν την ίδια στιγμή όλες οι επιχορηγήσεις (π.χ. σε συλλόγους ή άπορους δημότες κ.λ.π.) χορηγούνται με Απόφαση του οικείου Δημοτικού ή Περιφερειακού Συμβουλίου; Ως προς τι αυτή η παρέκκλιση;
Τέταρτον, για ποιόν λόγο καταστρώνεται παρέκκλιση από τον προληπτικό έλεγχο του Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου; Εάν η δαπάνη είναι κανονική και λειτουργική τι έχει να φοβηθεί ο νομοθέτης από τον προληπτικό έλεγχο που, ειρήσθω εν παρόδω, την καθιέρωσή του ζήτησε η ίδια η τοπική αυτοδιοίκηση; Εάν ο προληπτικός έλεγχος θεωρείται εμπόδιο τότε γιατί δεν καταργείται για όλα τα χρηματικά εντάλματα που εκδίδουν οι Δήμοι;
Πέμπτον, Γιατί δεν τίθενται σαφέστερες προϋποθέσεις όπως η προηγούμενη και εγγράφως αποδεδειγμένη αδυναμία του Υπουργείου Υγείας και του Κρατικού Προϋπολογισμού να καλύψουν τις αντίστοιχες κρίσιμες για την λειτουργία των δομών της Υγείας δαπάνες;
Έκτον, Από ποιο Κωδικό του Προϋπολογισμού τους Δήμοι και Περιφέρειες  θα πληρώσουν αυτές τις έκτακτες δαπάνες; Όταν μάλιστα η διαδικασία τροποποίησης του Προϋπολογισμού αλλά και η ανά τρίμηνο διαπίστωση της ισοσκέλισής του καθιστά χρονοβόρα και επισφαλή αυτού τους είδους την χρηματοδότηση;
Έβδομο, μήπως έχει πειστεί το Υπουργείο Υγείας από την εμπειρία του Αναπληρωτή Υπουργό Υγείας κ. Πολλάκη ο οποίος ως Δήμαρχος από το βήμα Συνεδρίου της ΚΕΔΕ είχε, με ιδιαίτερη έπαρση, μιλήσει για το δεύτερο Ταμείο που είχε στο Δήμο του!!! και φαντάζονται ότι σε όλους τους Δήμους και τις Περιφέρειες συμβαίνει αυτό και ότι υπάρχουν άδηλοι πόροι και εξωθεσμικές διαδικασίες οικονομικής διαχείρισης;
Όλα αυτά είναι ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν.
Σε κάθε περίπτωση όμως η συγκεκριμένη προτεινόμενη διάταξη πέραν όλων των άλλων εφόσον δεν συνοδεύεται από μεταφορά αρμοδιότητας και ανάλογη μεταφορά πόρων είναι ευθέως αντίθετη στο άρθρο 102, παρ. 5 του Συντάγματος.
Αποτελεί επίσης μία ευθέως κουτοπόνηρη κίνηση σε βάρος της πολιτικής αυτονομίας της Τοπικής αυτοδιοίκησης στην οποία επιχειρεί να μεταφέρει την αδυναμία του κεντρικού κράτους να ανταποκριθεί στοιχειωδώς στις ανάγκες λειτουργίας των Δομών Υγείας ενώ παράλληλα απομυζά τους πόρους που οι τοπικές κοινωνίες, με την διαρκώς αυξανόμενη φορολογική και εισφορολογική λαίλαπα έχουν δώσει στον κρατικό κορβανά και για την Υγεία.
Το ελάχιστο που μπορεί να γίνει είναι η απόσυρση αυτής της επαίσχυντης τροπολογίας. Αν θέλει το κεντρικό Κράτος να μεταφέρει αρμοδιότητες για την πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια Υγεία στην τοπική αυτοδιοίκηση αυτό να το κάνει σύμφωνα με το Σύνταγμα, δηλαδή να μεταφέρει ταυτόχρονα την αρμοδιότητα και τους αντίστοιχους πόρους αφαιρώντας τους από τον Κρατικό Προϋπολογισμό και μεταφέροντάς τους στους Προϋπολογισμούς των Δήμων και Περιφερειών. Καθαρές Αποφάσεις!!!