Θεμιτή κατά το ΣτΕ η θέση σε αργία των αιρετών που παραπέμπονται για κακούργημα

H θέση σε αργία των αιρετών οργάνων λόγω παραπομπής κακούργημα, δεν αποτελεί μέτρο καταφανώς απρόσφορο, ούτε υπερβαίνει προδήλως το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του ανωτέρω σκοπού δημόσιου συμφέροντος.


ΣτΕ 360/2017 Τμήμα Γ' - Συνοπτική περιγραφή

Καθιστώντας υποχρεωτική την επιβολή αργίας στα αιρετά όργανα των Ο.Τ.Α. σε περίπτωση παραπομπής τους σε δίκη για κακούργημα, αδιαφόρως εάν το κακούργημα έχει ή όχι σχέση με την άσκηση των καθηκόντων τους, ο νομοθέτης στάθμισε την απαξία των εγκλημάτων αυτών και τη συνακόλουθη ανάγκη προστασίας του δημόσιου συμφέροντος και επέλεξε το μέτρο τούτο για την εξυπηρέτηση του θεμιτού αυτού σκοπού, έθεσε δε ως πρόσθετη προϋπόθεση επιβολής του εν λόγω διοικητικού μέτρου την επιβολή προσωρινής κράτησης ή περιοριστικών όρων. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι πρόκειται για μέτρο προσωρινό, που δεν συνεπάγεται μόνιμο αποκλεισμό από την άσκηση των καθηκόντων, ούτε κωλύει τη συμμετοχή στις δημοτικές εκλογές των δημοτικών αρχόντων, σε βάρος των οποίων έχει επιβληθεί, η θέση σε αργία των ως άνω αιρετών οργάνων λόγω παραπομπής σε δίκη για κακούργημα, δεν αποτελεί μέτρο καταφανώς απρόσφορο, ούτε υπερβαίνει προδήλως το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του ανωτέρω σκοπού δημόσιου συμφέροντος.

Αριθμός 360/2017
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Γ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 22 Σεπτεμβρίου 2016, με την εξής σύνθεση: Αικ. Σακελλαροπούλου, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Γ. Ποταμιάς, Γ. Τσιμέκας, Σύμβουλοι, Δ. Βανδώρος, Ι. Παπαγιάννης, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Νικ. Βασιλόπουλος.

Για να δικάσει την από 10 Δεκεμβρίου 2015 αίτηση:

του ΧΧΧ, κατοίκου ΧΧΧ, ο οποίος παρέστη με τους δικηγόρους: α) ΧΧΧ (Α.Μ. 17001) και β) ΧΧΧ (Α.Μ. 21501), που τους διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, ο οποίος παρέστη με τον Γεώργιο Θεοδωρακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ' αριθ. ΕΜΠ 23/2-12-2015 πράξη του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης ΧΧΧ και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Γ. Τσιμέκα.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξούσιους του αιτούντος, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθ. 1401669/2016 ειδικό έντυπο παραβόλου).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της υπ’ αριθ. ΕΜΠ 23/2.12.2015 απόφασης του ασκούντος καθήκοντα Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης ΧΧΧ, με την οποία ο αιτών, Δήμαρχος ΧΧΧ, τέθηκε σε αργία, κατ’ επίκληση  του άρθρου 236 παρ. 2 του ν. 3852/2010, λόγω της αμετάκλητης παραπομπής του ως υπαίτιου αξιόποινων πράξεων κακουργηματικού χαρακτήρα στο ακροατήριο του Α΄ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών με την επιβολή περιοριστικών όρων.

3. Επειδή, η ένδικη διαφορά ανάγεται στην ειδική θεματική ενότητα των υποθέσεων που αφορούν μεταβολές της κατάστασης των οργάνων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και δεν ανήκει στις διαφορές που αναφύονται κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί Ο.Τ.Α., οι οποίες έχουν υπαχθεί στην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου (άρθρο 1 παρ. 1 περ. ια΄ ν. 702 /1977, Α΄ 268)· ως εκ τούτου, υπάγεται στη γενική ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου Επικρατείας, και, περαιτέρω, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Γ΄ Τμήματος αυτού, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 περ. α΄ του π.δ/τος 361/2001, Α΄ 244 (βλ. ΣτΕ 2989-2991, 788/2014, 3376/2013 επτ.).

4. Επειδή, το άρθρο 236 του ν. 3852/2010 (Α΄ 87) ορίζει στη μεν παρ. 1, όπως η περ. γ΄ της παρ. αυτής αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 παρ. 6 του ν. 4071/2012 (Α΄ 85), ότι «Οι περιφερειάρχες, οι αντιπεριφερειάρχες, οι δήμαρχοι, οι δημοτικοί και περιφερειακοί σύμβουλοι, οι σύμβουλοι των δημοτικών και τοπικών κοινοτήτων και οι εκπρόσωποι τοπικών κοινοτήτων εκπίπτουν αυτοδικαίως από το αξίωμά τους: α. … β. … γ. Αν καταδικαστούν με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, ως αυτουργοί ή συμμέτοχοι σε κακούργημα ή σε οποιαδήποτε ποινή για παραχάραξη, κιβδηλεία, πλαστογραφία, ψευδή βεβαίωση, δωροδοκία, εκβίαση, κλοπή, υπεξαίρεση, απιστία, απάτη, καταπίεση, αιμομιξία, μαστροπεία, σωματεμπορία, παράνομη διακίνηση αλλοδαπών, παράβαση της νομοθεσίας για την καταπολέμηση των ναρκωτικών, τη λαθρεμπορία. Το ίδιο ισχύει και για την αμετάκλητη καταδίκη για παράβαση καθήκοντος, εφόσον κατά τη διάπραξη του αδικήματος αυτού προξενείται οικονομική βλάβη στο δήμο, στην περιφέρεια ή στα νομικά τους πρόσωπα. Για την έκπτωση εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του Ελεγκτή Νομιμότητας», στη δε παρ. 2, όπως αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 22 του ν. 4257/2014 (Α΄ 93), ότι «2. Εάν εκδοθεί τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση του Ποινικού Δικαστηρίου, για τα πλημμελήματα της προηγούμενης παραγράφου ή καταδικαστική απόφαση σε πρώτο βαθμό για κακουργήματα, ο Ελεγκτής Νομιμότητας οφείλει να θέσει τον καταδικασθέντα σε κατάσταση αργίας. Η αυτοδίκαιη θέση σε αργία επιβάλλεται με την ίδια διαδικασία και σε περίπτωση αμετάκλητης παραπομπής για κακούργημα, εάν έχουν επιβληθεί περιοριστικοί όροι ή προσωρινή κράτηση. Εάν εκδοθεί τελεσίδικη αθωωτική απόφαση, οπότε και αίρεται αυτοδικαίως, η αργία και το διοικητικό μέτρο θεωρείται ως ουδέποτε επιβληθέν. Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται αναδρομικά η αντιμισθία του αποκατασταθέντος από του χρόνου εκδόσεως της διαπιστωτικής σε βάρος του πράξης». Εξάλλου, στο άρθρο 238 παρ. 1 ν. 3852/2010 ορίζεται ότι μέχρι την έναρξη λειτουργίας της Αυτοτελούς Υπηρεσίας Εποπτείας Ο.Τ.Α. τις αρμοδιότητες του Ελεγκτή Νομιμότητας που προβλέπονται, μεταξύ άλλων, και στο ανωτέρω άρθρο 236 του ίδιου ως άνω νόμου, ασκεί ο Γενικός Γραμματέας της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, τον οποίο σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 2503/1997 (Α΄ 107), όπως η παρ. αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της από τα άρθρο 56 και 58 του ν. 4257/2014, αναπληρώνει, όταν απουσιάζει ή κωλύεται, ο αρχαιότερος Γενικός Διευθυντής.

5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Ο αιτών, Δήμαρχος ΧΧΧ, παραπέμφθηκε με άλλους κατηγορούμενους με το υπ’ αριθ. 1234/2015 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ενώπιον του Α΄ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτιος αξιόποινων πράξεων κακουργηματικού χαρακτήρα σχετιζομένων με τον χώρο του ποδοσφαίρου [α) της συγκρότησης, ένταξης και διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης, β) της ηθικής αυτουργίας σε απάτη κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατ’ εξακολούθηση, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία άνω των 30.000 ευρώ, γ) της συμμετοχής σε παράνομο στοίχημα κατ’ εξακολούθηση και ηθικής αυτουργίας σε παράνομο στοίχημα κατ’ εξακολούθηση, δ) της δωροδοκίας-δωροληψίας για αλλοίωση αποτελέσματος αθλητικού αγώνα κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση και ε) της παράνομης βίας]. Με το ίδιο βούλευμα διατάχθηκε η διατήρηση της ισχύος των εξής περιοριστικών όρων, που είχαν επιβληθεί στον αιτούντα: α) της εγγυοδοσίας ποσού 100.000 ευρώ, β) της απαγόρευσης εξόδου του από τη χώρα, γ) της απαγόρευσης συμμετοχής του σε οποιαδήποτε δραστηριότητα που σχετίζεται με το ποδόσφαιρο. Ενόψει αυτών, μετά σχετική αλληλογραφία του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Αποκέντρωσης και του ασκούντος (λόγω παραίτησης της Γενικής Γραμματέως) καθήκοντα Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης ΧΧΧ, εκδόθηκε από τον τελευταίο η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία ο αιτών Δήμαρχος τέθηκε σε αργία, κατ’ επίκληση των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 236 παρ. 2 του ν. 3852/2010.

6. Επειδή, με το υπ’ αριθ. 1247/25.7.2016 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ήρθησαν, κατ’ αποδοχή σχετικής αίτησης του αιτούντος, οι διατηρηθέντες σε βάρος του, με το ως άνω υπ’ αριθ. 1234/2015 βούλευμα, περιοριστικοί όροι. Το γεγονός, όμως, αυτό δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα δίκη, δεδομένου ότι, σύμφωνα το άρθρο 6 του ν. 4368/2016 (Α΄ 21/21.2.2016), που αντικατέστησε την παρ. 2 του άρθρου 236 του ν. 3852/2010, κατ’ εφαρμογή της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη, “τυχόν μεταγενέστερη άρση των περιοριστικών όρων κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας δεν κωλύει τη θέση σε αργία του αιρετού που παραπέμφθηκε για κακούργημα”.

7. Επειδή, από την παρατιθέμενη ανωτέρω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 236 του ν. 3852/2010, προκύπτει ότι το αρμόδιο κρατικό όργανο (ο Ελεγκτής Νομιμότητας ή, μέχρι την έναρξη λειτουργίας της Αυτοτελούς Υπηρεσίας Εποπτείας Ο.Τ.Α., της οποίας αυτός προΐσταται, ο Γενικός Γραμματέας της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, κατά τα άρθρα 215 παρ. 2 και 238 παρ. 1), οφείλει να θέσει σε αργία αιρετό όργανο της τοπικής αυτοδιοίκησης, όχι μόνον όταν τούτο καταδικαστεί πρωτοδίκως για κακούργημα ή τελεσιδίκως για κάποιο από τα αναφερόμενα στην περ. γ΄ της παρ. 1 του ίδιου άρθρου πλημμελήματα, αλλά και όταν παραπεμφθεί αμετακλήτως σε δίκη για κακούργημα και επιβληθούν σε βάρος του περιοριστικοί όροι ή προσωρινή κράτηση, μέχρις ότου εκδοθεί τελεσίδικη αθωωτική απόφαση, οπότε η αργία αίρεται αυτοδικαίως. Η θέση σε αργία, η οποία επιβάλλεται κατά δέσμια αρμοδιότητα, δεν συνιστά πειθαρχική ποινή ούτε ποινική κύρωση, αλλά διοικητικό μέτρο. Τούτο αποσκοπεί, με την προσωρινή απομάκρυνση από τα καθήκοντα του αιρετού οργάνου, σε βάρος του οποίου υπάρχουν, κατά την κρίση δικαστικού σχηματισμού σε συμβούλιο, εύλογες υπόνοιες για τη διάπραξη εκ μέρους του κακουργήματος, στην προστασία του δημόσιου συμφέροντος, που συνίσταται στη διαφύλαξη του κύρους και τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των δημοτικών αρχών∙ δεν ενέχει δε κρίση για την ενοχή του αιρετού οργάνου ούτε προδικάζει την ενοχή του, ενώ παύει να ισχύει με την έκδοση τελεσίδικης αθωωτικής απόφασης από το ποινικό δικαστήριο (βλ. ΣτΕ 2989-2991/2014, 4648/2012, 1421/2011, πρβλ. ΣτΕ 4212/2015, 3376/2013 επτ., 27/2008, 3238/2007, 5258/1996 επτ., 972/1994). Ενόψει αυτών, οι λόγοι ακυρώσεως με τους οποίους προβάλλεται ότι η επίμαχη ρύθμιση του άρθρου 236 παρ. 2 του ν. 3852/2010, σύμφωνα με την οποία τίθεται σε αργία εκλεγμένος Δήμαρχος χωρίς να έχει καταδικασθεί σε πρώτο βαθμό, με μόνη την παραπομπή του σε δίκη με περιοριστικούς όρους, προσβάλλει το τεκμήριο αθωότητας, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, συνάγεται από τα άρθρα 6 και 7 του Συντάγματος και αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της προσωπικότητας και του απαραβίαστου του ιδιωτικού βίου που επίσης κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

8. Επειδή, προβάλλεται ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 236 παρ. 2 εδ. β του ν. 3852/2010 αντίκεινται στο άρθρο 102 παρ. 2 εδ. β΄ του Συντάγματος, στο οποίο ορίζεται ότι οι αρχές των Ο.Τ.Α. «εκλέγονται με καθολική και μυστική ψηφοφορία, όπως νόμος ορίζει», διότι ακυρώνουν τη βούληση του τοπικού εκλογικού σώματος, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι οι δήμαρχοι εκλέγονται για μια πενταετία, ενώ μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του ποινικού δικαστηρίου μεσολαβεί μεγάλο χρονικό διάστημα, κατά τη διάρκεια του οποίου οι δημότες στερούνται των υπηρεσιών του δημάρχου και υφίστανται ανεπανόρθωτη βλάβη, προκαλούνται δε μείζονα προβλήματα στη λειτουργία των ΟΤΑ, «χωρίς αυτό να επιβάλλεται από κάποια αναγκαιότητα». Οι λόγοι, όμως, αυτοί είναι απορριπτέοι. Ειδικότερα, ο λόγος ακυρώσεως περί παραβάσεως του άρθρου 102 του Συντάγματος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η ρύθμιση που εισάγεται με τις επίμαχες διατάξεις, σύμφωνα με την οποία το αρμόδιο κρατικό όργανο υποχρεούται να επιβάλει το διοικητικό μέτρο της αργίας, όταν διαπιστώσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου, δεν πλήσσει το παθητικό εκλογικό δικαίωμα του εκλεγμένου τοπικού άρχοντα καθώς και το συναφές πολιτικό δικαίωμα κατοχής και άσκησης του τοπικού αξιώματος, ούτε παραβιάζει την αρχή της ελεύθερης πρωτοβουλίας και δράσης των Ο.Τ.Α., εφόσον το άρθρο 102 παρ. 4 του Συντάγματος ρητώς προβλέπει ότι στην άσκηση εποπτείας του Κράτους επί των Ο.Τ.Α. περιλαμβάνεται και η θέση σε αργία των οργάνων τους, η οποία, κατά τα ήδη εκτεθέντα, αποτελεί διοικητικό μέτρο λαμβανόμενο σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 3852/2010 κατά δεσμία αρμοδιότητα και όχι ποινική κύρωση, αλλά ούτε και πειθαρχική ποινή, για την επιβολή της οποίας και μόνο το Σύνταγμα (άρθρο 102, παρ. 4, εδάφ. τρίτο) απαιτεί προηγούμενη σύμφωνη γνώμη συμβουλίου αποτελούμενου, κατά πλειοψηφία, από τακτικούς δικαστές (βλ. ΣτΕ 4648/2012, 4335/1996, πρβλ. ΣτΕ 3376/2013 επτ., 2414/2009, 27/2008, 3238/2007). Περαιτέρω, καθιστώντας υποχρεωτική την επιβολή αργίας στα αιρετά όργανα των Ο.Τ.Α. σε περίπτωση παραπομπής τους σε δίκη για κακούργημα, αδιαφόρως εάν το κακούργημα έχει ή όχι σχέση με την άσκηση των καθηκόντων τους (πρβλ. ΣτΕ 4648/2012), ο νομοθέτης στάθμισε την απαξία των εγκλημάτων αυτών και τη συνακόλουθη ανάγκη προστασίας του δημόσιου συμφέροντος και επέλεξε το μέτρο τούτο για την εξυπηρέτηση του θεμιτού αυτού σκοπού, έθεσε δε ως πρόσθετη προϋπόθεση επιβολής του εν λόγω διοικητικού μέτρου την επιβολή προσωρινής κράτησης ή περιοριστικών όρων. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι πρόκειται για μέτρο προσωρινό, που δεν συνεπάγεται μόνιμο αποκλεισμό από την άσκηση των καθηκόντων, ούτε κωλύει τη συμμετοχή στις δημοτικές εκλογές των δημοτικών αρχόντων, σε βάρος των οποίων έχει επιβληθεί, η θέση σε αργία των ως άνω αιρετών οργάνων λόγω παραπομπής σε δίκη για κακούργημα, δεν αποτελεί μέτρο καταφανώς απρόσφορο, ούτε υπερβαίνει προδήλως το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του ανωτέρω σκοπού δημόσιου συμφέροντος (βλ. ΣτΕ 2989-2991/2014, 4648/2012, 4335/1996, πρβλ. ΣτΕ 4212/2015, 3376/2013 7μ., 1421/2011, 2414/2009, 27/2008, 3238/2007, πρβλ. και ΣτΕ 1900/2014 Ολομ.). Επομένως, ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ, περαιτέρω, η αξιολόγηση της ορθότητας της ουσιαστικής επιλογής του νομοθέτη για την επιβολή του εν λόγω διοικητικού μέτρου με τη συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων εκφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου (πρβλ. ΣτΕ 3914/2015 Ολομ.). Ειδικότερα, απορριπτέα ως απαράδεκτα, για το λόγο ότι πλήσσουν την ουσιαστική επιλογή του νομοθέτη, είναι όσα προβάλλονται σχετικά με το ότι η επιβολή του διοικητικού μέτρου της αργίας θα μπορούσε να θεωρηθεί σύμφωνη με το Σύνταγμα μόνο στην περίπτωση κακουργημάτων, που συνδέονται με την εκτέλεση των καθηκόντων του αιρετού άρχοντα της τοπικής αυτοδιοίκησης και, περαιτέρω, όσα ο αιτών ισχυρίζεται σχετικά με την πρόβλεψη ως προϋπόθεσης για τη θέση αιρετού άρχοντα της τοπικής αυτοδιοίκησης σε αυτοδίκαιη αργία, εκτός από τη αμετάκλητη παραπομπή του για κακούργημα, και την επιβολή σε βάρος του προσωρινής κράτησης ή περιοριστικών όρων. Κατά τη γνώμη, όμως, του Συμβούλου Γ. Ποταμιά, ο λόγος περί παραβιάσεως του άρθρου 102 του Συντάγματος και της αρχής της αναλογικότητας, πρέπει να γίνει δεκτός, διότι η επιβολή του διοικητικού μέτρου της υποχρεωτικής αργίας, δυνάμει των προαναφερόμενων διατάξεων, σε αιρετό τοπικό άρχοντα, μεταξύ άλλων, σε περίπτωση αμετάκλητης παραπομπής του σε δίκη για κακουργηματικές πράξεις με επιβολή περιοριστικών όρων, παρεμποδίζει την άσκηση του παθητικού εκλογικού δικαιώματος του ενδιαφερομένου, το οποίο αποτελεί πολιτικό δικαίωμα, καθιστά αδύνατη την άσκηση των καθηκόντων του τοπικού άρχοντα, νοθεύοντας τη λαϊκή βούληση και παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ενόψει και του ότι η ποινική εμπλοκή του δεν αποτελεί κώλυμα εκλογικότητας για το συγκεκριμένο αξίωμα.

9. Επειδή, περαιτέρω, προβάλλεται ότι, ανεξάρτητα από τις ερμηνευτικές εκδοχές, που μπορούσαν να υποστηριχθούν στο παρελθόν για τη συνταγματικότητα της αυτοδίκαιης θέσης σε αργία δημάρχου λόγω της παραπομπής του στο ακροατήριο [η οποία προβλεπόταν και σε παλαιότερους Δημοτικούς και Κοινοτικούς Κώδικες, βλ. άρθρο 146 παρ. 2 α΄ του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006, Α΄ 114, άρθρο 187 παρ. 2 α του κυρωθέντος με το άρθρο μόνο του π.δ. 410/1995, Α΄ 231, άρθρο 172 παρ. 2 του κυρωθέντος με το άρθρο μόνο του π.δ. 323/1989, Α΄ 146, άρθρο 161 παρ. 2 του κυρωθέντος με το άρθρο μόνο του π.δ. 76/1985, Α΄ 27, άρθρο 123 παρ. 2 του κυρωθέντος με το άρθρο μόνο του ν. 1065/1980, Α΄ 168], οι πρόσφατες εξελίξεις στην ελληνική έννομη τάξη καθιστούν την αυτοδίκαιη αργία στην περίπτωση αυτή αντισυνταγματική. Ο αιτών αναφέρει σχετικώς, τα εξής: α) ενώ το νομοσχέδιο του ν. 4257/2014 κατατέθηκε στη Βουλή και ψηφίσθηκε κατ’ άρθρον, προβλέποντας στο άρθρο 24 αυτού την αυτοδίκαιη αργία των αιρετών οργάνων των ΟΤΑ μόνο σε περίπτωση τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου για ορισμένα πλημμελήματα ή καταδικαστικής απόφασης σε πρώτο βαθμό για κακουργήματα, πριν ξεκινήσει η ψήφιση του νομοσχεδίου στο σύνολό του προστέθηκε ως «νομοτεχνική βελτίωση» η θέση σε αυτοδίκαιη αργία των αιρετών οργάνων των ΟΤΑ και στην περίπτωση αμετάκλητης παραπομπής αυτών σε δίκη για κακουργήματα εάν έχουν επιβληθεί σε βάρος τους περιοριστικοί όροι ή προσωρινή κράτηση, β) στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4257/2014 η κατάργηση της θέσης σε αργία λόγω παραπομπής σε δίκη δικαιολογείται με επίκληση του τεκμηρίου της αθωότητας και της ανάγκης απρόσκοπτης λειτουργίας των ΟΤΑ, ενώ αντίστοιχες σκέψεις συναντώνται και στις τοποθετήσεις βουλευτών κατά τη συζήτηση στη Βουλή, γ) η σύγχρονη αντίληψη του Έλληνα νομοθέτη σχετικά με την προσβολή του τεκμηρίου της αθωότητας σε περίπτωση της αυτοδίκαιης θέσης αιρετού οργάνου των ΟΤΑ σε αργία χωρίς να έχει προηγηθεί καταδικαστική απόφαση αποτυπώνεται και στην πρόσφατη αντικατάσταση του άρθρου 103 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007) από το άρθρο 3 του ν. 4325/2015 (Α΄ 47), με το οποίο καταργήθηκε η περίπτωση αυτοδίκαιης θέσης σε αργία δημοσίου υπαλλήλου στην περίπτωση της αμετάκλητης παραπομπής του σε δίκη για κακούργημα ή ορισμένα πλημμελήματα. Η νομοθετική αυτή εξέλιξη επιβεβαιώνει, κατά τον αιτούντα την αντισυνταγματικότητα του άρθρου 236 παρ. 2 εδ. β του ν. 3852/2010, διότι, όπως προβάλλεται, δεν μπορεί να είναι ευχερέστερη η θέση σε αργία ενός δημάρχου σε σχέση με έναν δημόσιο υπάλληλο, δεδομένου μάλιστα ότι ο δήμαρχος εκλέγεται και μάλιστα για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Όλα, όμως, όσα ανωτέρω ισχυρίζεται ο αιτών, προς υποστήριξη των λόγων ακυρώσεως περί αντισυνταγματικότητας του επίδικου διοικητικού μέτρου, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, προεχόντως διότι η βούληση του νομοθέτη για επιβολή του εν λόγω διοικητικού μέτρου και σε περίπτωση αμετάκλητης παραπομπής του αιρετού οργάνου ΟΤΑ στο ακροατήριο για κακούργημα επιβεβαιώνεται από το σαφές γράμμα της διάταξης του άρθρου 22 του ν. 4257/2014, με την οποία αντικαταστάθηκε το άρθρο 236 παρ. 2 του ν. 3852/2010 (αλλά και της διάταξης του άρθρου 6 του δημοσιευθέντος μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ν. 4368/2016, η οποία, αντικαθιστώντας εκ νέου το άρθρο 236 παρ. 2 του ν. 3852/2010, επανέλαβε την ίδια ρύθμιση). Ως εκ τούτου δε, παρά το γεγονός ότι το κατατεθέν στη Βουλή σχέδιο του ως άνω ν. 4257/2014 (βλ. άρθρο 24) προέβλεπε αρχικά την αντικατάσταση του άρθρου 236 παρ. 2 του ν. 3852/2010, περιορίζοντας την επιβολή του διοικητικού μέτρου της αργίας μόνο σε περίπτωση έκδοσης τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου για τα πλημμελήματα του άρθρου 235 παρ. 2 του ν. 3852/2010 ή καταδικαστικής απόφασης σε πρώτο βαθμό για κακουργήματα, εφόσον τελικά η διάταξη, που ψηφίστηκε από τη Βουλή, προβλέπει τη θέση σε αργία του αιρετού οργάνου ΟΤΑ και σε περίπτωση αμετάκλητης παραπομπής του στο ακροατήριο για κακούργημα, δεν μπορεί να συναχθεί μεταβολή των αντιλήψεων του νομοθέτη όσο αφορά το ζήτημα αυτό, όπως υποστηρίζει ο αιτών. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση του σχεδίου νόμου του ν. 4257/2014 σχετικά με την ως άνω αρχικώς περιληφθείσα σε αυτό ρύθμιση του άρθρου 24, δεδομένου, άλλωστε, ότι τα διαλαμβανόμενα στην αιτιολογική έκθεση νόμου αποτελούν επικουρικό ερμηνευτικό βοήθημα και δεν μπορούν να οδηγήσουν σε παραγνώριση του σαφούς γράμματος της διάταξης (βλ. ΣτΕ 888, 890/2016 παραπ. σε επτ., 3046/1997 επτ., 1621/1976), ούτε από τις τοποθετήσεις όσων βουλευτών κατά τη συζήτηση του σχεδίου νόμου στη Βουλή τοποθετήθηκαν υπέρ της αρχικής διάταξης τις οποίες επικαλείται ο αιτών (βλ. Πρακτικά Συζητ. Βουλής, συνεδρίαση ΡΚ΄-3.4.2014 σελ. 9965, συνεδρίαση ΡΚΒ΄-7.4.2014, σελ. 10071, 10092)∙ και τούτο ανεξαρτήτως του ότι κατά την εν λόγω συζήτηση διατυπώθηκαν και απόψεις κατά της ως άνω διάταξης (βλ. Πρακτικά Συζητ. Βουλής, συνεδρίαση ΡΚ΄-3.4.2014 σελ. 9963-4, συνεδρίαση ΡΚΒ΄-7.4.2014, σελ. 10070, 10072, 10098). Τέλος, ούτε από το γεγονός ότι, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 103 του Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων (ν. 3528/2007, Α΄ 26) από το άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 4325/2015, δεν προβλέπεται πλέον η αυτοδίκαιη θέση σε αργία δημοσίου υπαλλήλου σε περίπτωση αμετάκλητης παραπομπής του στο ακροατήριο για κακούργημα και για ορισμένα πλημμελήματα, μπορεί να συναχθεί ότι μετεβλήθη η αντίληψη του νομοθέτη όσον αφορά την επιβολή του εν λόγω διοικητικού μέτρου σε βάρος των αιρετών οργάνων των ΟΤΑ, δεδομένου ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι τελούν υπό ουσιωδώς διαφορετικές συνθήκες από τα αιρετά όργανα των ΟΤΑ. όσον αφορά τα καθήκοντα και τις αρμόδιότητές τους και ο αντίθετος ισχυρισμός του αιτούντος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος [και τούτο ανεξαρτήτως του ότι στο ανωτέρω άρθρο 103, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 4325/2015, προβλέπονται περιπτώσεις θέσεως δημοσίων υπαλλήλων σε αυτοδίκαιη αργία και χωρίς την ύπαρξη παραπεμπτικού βουλεύματος, π.χ. λόγω στέρησης προσωπικής ελευθερίας ύστερα από ένταλμα προσωρινής κράτησης ή κατόπιν ασκήσεως ποινικής διώξεως, βλ. παρ. 2 περ. α΄ και γ΄ αυτού, αντιστοίχως].

10. Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι η προσθήκη της επίμαχης διάταξης στο νομοσχέδιο του ν. 4257/2014 πριν ξεκινήσει η ψήφισή του στο σύνολό του δεν συνιστά «νομοτεχνική βελτίωση», όπως αναφέρθηκε κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στη Βουλή, αλλά ουσιώδη τροποποίηση διάταξης που είχε ψηφιστεί κατ' άρθρο με εντελώς διαφορετική μορφή, κατά παράβαση του άρθρου 76 παρ. 1 του Συντάγματος που προβλέπει τον τρόπο συζήτησης και ψήφισης των νομοσχεδίων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι όσα ως άνω προβάλλει ο αιτών δεν ανάγονται στα εξωτερικά στοιχεία του νόμου, αλλά στα interna corporis της Βουλής και, επομένως, δεν ελέγχονται από τα δικαστήρια (πρβλ. ΣτΕ 4789/2014, 309/2010, 1913/2003, 444/1995 επτ., 1721/1991 Ολομ.).
11. Επειδή, κατόπιν αυτών και εφόσον δεν προβάλλεται άλλος λόγος ακυρώσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

Διά ταύτα
Απορρίπτει την αίτηση ακυρώσεως.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Επιβάλλει στον αιτούντα την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2016.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου